Το ευθυμογράφημα της εβδομάδας Σάββατο 12 Οκτωβρίου 2019 – Καθημερινές ιστορίες για γέλια και για κλάματα

Γρηγόρης Γ. Καλύβας
Γρηγόρης Γ. Καλύβας
12 Οκτωβρίου 2019, 08:42

Αγαπητότατοί μου , καλημέρα . Όπως καταλάβατε διολισθαίνουμε σιγά – σιγά προς την καρδιά του Φθινοπώρου . Θα μου πείτε , καιρός δεν είναι ;  Ναι καιρός , είναι γιατί εδώ που τα λέμε αρκετή ξηρασία είχαμε φέτος . Αφού οι πηγές που ποτέ δεν στέρευαν , στέρεψαν . Λοιπόν , να ρίξει νεράκι ο Θεός , να κατακάτσει η σκόνη , να πιεί και η γη νερό , να αρχίσουν να σπέρνουν και οι γεωργοί και σιγά – σιγά να προχωρήσουμε στον Χειμώνα . Βέβαια ο αντίλογος είναι ότι με την τιμή – φωτιά που θα έχει το πετρέλαιο φέτος , καλά είναι να καθυστερήσει να έρθει ο Χειμώνας μπας και γλιτώσουμε κανένα ευρουλάκι . Σωστό κι΄ αυτό, αλλά φίλοι μου , άμα δεν έχουμε χειμώνα , δε θα έχουμε νερά το καλοκαίρι !! Γι΄ αυτό ας αφήσουμε την φύση να λειτουργήσει , που όχι μόνο δεν την αφήνουμε αλλά της αλλάζουμε και τα φώτα !!

Τέλος πάντων , μ΄ αυτά και μ΄ αυτά η ζωή προχωρά καθώς ο καλός Θεός τα οικονομεί έτσι που όλα στο τέλος έρχονται και κάθονται όμορφα και ωραία ώστε κανένας να μην μένει παραπονούμενος !!

Όπως σας είπα φίλοι μου είχαμε τα πρώτα πρωτοβρόχια. Έ, και όταν βρέχει , κάποια πράγματα αλλάζουν στην καθημερινότητά μας . Θέλεις να βγεις έξω , πρέπει να κρατάς ομπρέλα ,  να βάλεις κανένα σκουτί παραπάνω ,που λέει ο λόγος , τα ξέρετε , να μην σας τα λέω  . Λοιπόν , την Παρασκευή ο φίλος μας ο κυρ – Ανέστης , ανέλαβε να βγει στην λαϊκή μια και η συμβία του δεν αισθάνονταν και τόσο καλά . Του έδωσε την λίστα με τα πράγματα που έπρεπε να ψωνίσει , τον ετοίμασε , μια και ο κύρ- Ανέστης  αν δεν του τα δώσει όλα στο χέρι η κυρά – Μάρθα , είναι ικανός να βγει έξω και με τις παντούφλες , που λέει ο λόγος , τον εφοδίασε με την καλή ομπρέλα και νάτονα ο φίλος μας όλο κέφι να ανηφορίζει την οδό Πίνδου .

Ο κυρ – Ανέστης έτυχε εκείνη την ευλογημένη μέρα να φορέσει ένα καινούργιο φθινοπωρινό μπουφάν και επίσης ένα καινούργιο παντελόνι και ήταν , κουφέτο , όπως  λένε .

Ο άνθρωπος προχωρούσε εύχαρις , μια και ο εγγονός του ο Ανεστάκος πήρε το πτυχίο της ιατρικής , και ο δικός μας καμάρωνε που θα  έχει εγγονό γιατρό .

Εκείνη την ώρα η βροχή είχε κοπάσει και απλά ψιλόβρεχε και ο κυρ Ανέστης αμέριμνος βάδιζε όταν ξαφνικά ακούει ένα πλά…ααατς δίπλα του και του έρχονται σχεδόν αμέσως στα μούτρα  τα απόνερα μιας λακκούβας που βρίσκονταν στην άκρη του δρόμου , σχεδόν δίπλα  στο πεζοδρόμιο , επί της οποίας έπεσαι ο τροχός ενός αυτοκινήτου που έτυχε εκείνη την ώρα να περνά από το σημείο .

Που λέτε , όσο νερό είχε η λακκούβα την δέχθηκε στα μούτρα ο κυρ- Ανέστης ο οποίος μέχρι να συνέλθει και να συνειδητοποιήσει τί είχε συμβεί , έμεινε στήλη άλατος προσπαθώντας να καταλάβει πως έτσι ξαφνικά του ήρθε το νερό στη μούρη .

_Ά…ααα , Ανέστη , μεγειά το καινούργιο ,άκουσε μια φωνή .

_Γελάς ;

_Τί να κάνω να κάψω ; Μεγειά που την έφαγες , κάποια αμαρτία έκανες , δε μπορεί ;

_Γελάς με τα χάλια μας , αντί να κλαίς ;

_Ποιά χάλια μας , δε σε καταλαβαίνω αγαπητέ !!

_Ρωτάς ποια χάλια μας ;

_Ναι , ρωτάω , γιατί κακό είναι ;

_Αυτά εδώ , είναι κατάσταση αυτή ; Λακκούβες στο δρόμο ;

_Αγαπητέ ; Δε φταίει η λακκούβα .

_Δε φταίει η  λακκούβα , λέει . Και ποιος φταίει η Μαρίκα η Πενταγιώτισσα;

_όχι , ούτε η Μαρία η Πενταγιώτισσα φταίει !!

_Και ποιος φταίει  τότε , άμα δε φταίει η Μαρίκα η Πενταγιώτισσα ;

_Eσυ !!

_Είσαι σοβαρός ;

_Σοβαρότατος !!

_Κοίτα , την βλέπεις τούτη δω ;

_Ποιά την ομπρέλα ;

_Ναι την ομπρέλα . Πρόσεξε τη λες μη στην ζγιάσω στην κεφάλα !! Άκου φταίω εγώ που μ΄έκανε ο άλλος μπλιούρι ;

_Βρε αδερφέ , θέλω να πω …

_Τί θέλεις να πεις για ν΄ ακούσω ; Φώναζε ο κυρ – Ανέστης καθώς είχε βγάλει ένα μαντήλι και προσπαθούσε να απαλλαγεί από τα νερά με την λάσπη από το πρόσωπο .

_Να βρε αδερφέ , φταις εσύ με την έννοια ότι βρέθηκες σε λάθος σημείο την λάθος ώρα …

_Είχε δεν είχε προκάνει να αποσώσει την φράση και τρώει την πρώτη ομπρελιά στο δόξα πατρί .

_Νά για να έρθουμε πάτσι βρε κιαρατάρα , έσκουζε ο κυρ- Ανέστης καταφέρνοντας την δεύτερη .

_Ώ…ωωωχ , με σκοτώνει , με σκοτώνει , βοήθεια , φώναζε ο έχων φάει την ομπρελιά .

_Να και τούτη βρε λαμόγιο τ΄ κιαρατά που βρήκες την ώρα να κάνεις και πλάκα , επέμενε ο κυρ – Ανέστης που μάλλον βρήκε αφορμή για  να βγάλει τ΄ απωθημένα του απ΄το αναπάντεχο πάθημά του .

_Έ…εεεε , έ….εεε , βρε παιδιά , βρε δεν είναι σωστά πράγματα αυτά , βρε φτάνει , γελάει ο κόσμος , φώναζαν κάποιοι που είχαν πάρει γραμμή τη φασαρία και μαζεύτηκαν προφανώς διασκεδάζοντας το συμβάν .

_Αφήστε με να τον λιανίσω που θα με δουλέψει αυτός εμένα , επαναλάμβανε ο κύρ- Ανέστης .

_βρε τί χωρίζετε και πιαστήκατε στα χέρια πρωί – πρωί , ρώτησε κάποιος .

_Που να ξέρω , εγώ τον είδα μπλιούρι και προσπάθησα να του εξηγήσω ότι ούτε η λακκούβα φταίει , ούτε ο οδηγός του αυτοκινήτου που έπεσε μέσα και πιτσίλισαν τα νερά , ούτε κανένας , άλλος φταίει.

_Ά….αααα , αυτός δε βάζει μυαλό , αφήστε με να του σπάσω το κεφάλι , ωρύονταν ο κυρ- Ανέστης χειρονομώντας υψώνοντας  την ομπρέλα .

_Όχι , όχι , όχι …. , φώναξε κάποιος .

_Πάψε εσύ Παπαδάκη  , μην την φας εσύ την ομπρέλα στο κεφάλι , απάντησε ο κυρ- Ανέστης .

_Και δε μου λες ρε φίλε , τί λογική είναι αυτή ;

_Γιατί , δε συμφωνείς ;

_Τί να συμφωνήσω , πλάκα μου κάνεις ; περπατάς στο δρόμο και σου έρχονται τα απόνερα στη μάπα και  στο φινάλε δε φταίει κανένας ;

_Έ….εεεεμ !!

_Τί έ…εεεεμ , μας δουλεύεις ;

_Έ, είπα να κάνω ένα αστείο .

_Αστείο ;

_Βρε γίνονται τέτοια αστεία αυτήν την ώρα που ο άλλος έφαγε τα νερά στη μάπα ;

_Έ…εεε , είπα να γελάσουμε , απάντησε ο ομπρελοδαρίς .

_Έ…εεε , δεν παίζεσαι , είπε ο παρεμβής και αρπάζει την ομπρέλα απ΄τα χέρια του κυρ – Ανέστη βάζοντας στο ποδάρι τον εξυπνάκια .

_Στάκα βρε , στάκα , άμα κοτάς ; Φώναζε . Αγαπητέ , σε δίνω δίκιο , καλά του έκανες , έπρεπε να του την σπάσεις την κεφάλα , είπε γυρίζοντας πίσω στην ομήγυρη .

Τέλος πάντων , το συμβάν έληξε εκεί και ο κυρ- Ανέστης έτσι όπως ήταν ράκος , αναγκάστηκε να επιστρέψει πίσω στο σπίτι να αλλάξει ρούχα και να κάνει μπάνιο να φύγει από πάνω του η λάσπη .

_Τί χάλια είναι αυτά , που κυλίστηκες  , τον ρώτησε η συμβία του η κυρά – Μάρθα , καθώς τον είδε ξαφνικά λασπωμένο .

_Πάψε γυναίκα μη την πληρώσεις εσύ την νύφη , μουρμούρισε ο κυρ – Ανέστης .

_Που είναι τα ψώνια ;

_Πάψε , σου λέω , δεν είμαι καλά , επέμενε ο κυρ- Ανέστης προσπαθώντας να βγάλει τα ρούχα του  .

_Κύριε των δυνάμεων , τί είναι τούτο που πάθαμε , ψέλλισε κάνοντας τον Σταυρό της .

 

 

Όλες οι ενότητες

© 2011 - 2017 StagonNews, Developed by NikosPap . Designed by ManosKal .Hosted by Fusioned .