Το ευθυμογράφημα της εβδομάδας – Σάββατο 11 Ιανουαρίου 2020 Καθημερινές ιστορίες για γέλια και για κλάματα

Γρηγόρης Γ. Καλύβας
Γρηγόρης Γ. Καλύβας
11 Ιανουαρίου 2020, 09:46

Αγαπητοί μου αναγνώστες καλημερούδια !! Χριστός ετέχθη !! Ειρηνικό και παραγωγικό το νέον ενιαυτόν !! Φωτισμένοι να είμαστε όλοι μας !! Λοιπόν, όλα μας τα πρόσφερε ο καλός Θεός  μέσα στο Άγιο Δωδεκαήμερο της Εκκλησίας μας . Μας απέστειλε τον σαρκοθέντα Θεό λόγο , μια νέα χρονιά ήρθε , μας φώτισε  και το κυριώτερο μας περιβάλλει με την απέραντη αγάπη του καλώντας μας στο αληθινό νόημα ζωής και στην  σωτηρία . Εναπόκειται σε μας τώρα αν θέλουμε να σωθούμε . Έ, επ΄ αυτού παίζεται το παιχνίδι με τον καθένα μας να κάνει τις επιλογές του με την στάση ζωής που επιλέγει να πορευτεί !!

Κατά τ΄ άλλα , φίλοι μου, κόσμος και κοσμάκης ήρθε στην περιοχή τα εορταστικά τριήμερα και αφήνοντας τον οβολό τους στην τοπική αγορά την αναθέρμαναν λίγο . Βέβαια έχουμε και κάποια παρατράγουδα , αλλά με τόσο κόσμο είναι αναπόφευκτα και αυτά .

Που λέτε μου διηγούνταν φίλος της στήλης το εξής περιστατικό που του συνέβη και ο άνθρωπος ντροπιάστηκε στους φιλοξενούμενούς του .

Τί συνέβη ; Τον πήραν κάποιοι φίλοι του Θεσσαλονικείς που κατέβαιναν στην περιοχή για το Μύλο των Ξωτικών και στη συνέχεια θα ανέβαιναν για προσκύνημα στα ΜΕΤΕΩΡΑ , για να καταλήξουν στην πόλη για φαγητό , να τον ρωτήσουν που θα μπορούσαν να φάνε . Έ, ο άνθρωπος τους εξήγησε τα πως , το που και τα γιατί και έδωσαν ραντεβού να βρεθούν . Έ,  σε μισή ώρα τον πήραν πίσω και του λένε το εξής : Ρε φίλε , είσαι εδώ ή δεν είσαι ; _Γιατί ρε παιδιά , τί συνέβη ; Ρώτησε με έκδηλη απορία  ο συμπολίτης μας . _Τί γιατί , από όσα ταβερνία μας πρότεινες είναι όλα κλειστά !! _Κύριε ελέησον , πρόκανε να σχολιάσει ο συμπολίτης μας ζητώντας  συγνώμη . Τα συμπεράσματα δικά σας , φίλοι μου για το πως υποδεχόμαστε ως περιοχή τους επισκέπτες .

Τέλος πάντων αυτό είναι μια μεγάλη κουβέντα που ασφαλώς δεν είναι του παρόντος . Εμείς έχουμε άλλα να πούμε εδώ . Λοιπόν , θα μεταφερθούμε σε ένα απ΄τα ορεινά χωριά της περιοχής μας και θα καθίσουμε στο καφενείο του χωριού . Είναι απόγιομα περασμένου Σαββάτου και στο καφενείο,  αρέα – αρέα , ήταν καμιά επτά με οκτώ θαμώνες που αργόπιναν το απογευματινό  καφεδάκι τους χαζολογώντας για πολλά και διάφορα της τοπικής καθημερινότητας . Το τζάκι του μαγαζιού έκαιγε για τα καλά καθώς η Λένου , όπως την αποκαλούν οι συγχωριανοί της , είχε ρίξει μέσα ένα μεγάλο κούτσουρο από πουρνάρι το οποίο άρπαξε αμέσως φωτιά κάνοντας τον γνωστό θόρυβο (πρατς – προύτς) πετώντας πότε – πότε σκατζαλίθρες , απλώνοντας στο χώρο  μια ζεστασιά που σε συνδυασμό με το τσουχτερό κρύο που έκανε έξω και το χαλαρό των εορτών , ήταν σκέτη απόλαυση .

_Έ…εε  ρε Ελλαδάρα τί ζωάρα περνάμε μέσα στη φτώχια μας , σχολίασε ο μπάρμπα – Θανάσης , ένας ογδακοντούκης  θαμών ο οποίος μετρούσε τις χάντρες του κεχριμπαρένιου κομπολογιού , δώρο του συνονόματού του εγγονού από την Πόλη .

_Η φτώχια θέλι καοπέρασι Νάσιου…ουυυυ , σχολίασε η κυρά – Λένου .

_Άρα , που είναι φτουχοί οι έλληνις , απάντησε ο μπάρμπα – θανάσης .

_Τί ; Δεν είναι φτουχοί…ιιι  ;  Αλλά τί ανάγκι έχς ισί , πέρς συνταξάρα , να…αααα , μετά συγχωρήσεως , απ΄την Μέρκιλ  κι νουμίζι ότι είνι ούλοι προυνουμιούχοι σαν κι σένα .

_Λένου , θα σι πού τίπουτα τώρα , μέρις  χρουνιάρις που είνι , απάντησε ο μπάρμπα – Θανάσης .

_Γιατί , ψέματα λέου ;

_Λένου , ιγώ δούλιψα πενήντα χρόνια , δε θα πάρου συνταξάρα , όπους την είπις ;

_Είπα ιγώ τέτοιου πράμα ; Ά…ααα , δεν κατάλαβις τί θέλου να που κι μη συμπαθάς , του πήρις  στραβά .

_Απού ποιες θέλτς να του πάρου , απ΄ τσ΄ ίσις  ; Αφού φαγώθκις , η συτνταξάρα κι συνταξάρα πάει γόνα … ,  ατήρα άμα πάθου τίπουτα θα τ΄ όχς κρίμα στου λιμός , απάντησε ο μπάρμπα –  Θανάσης .

_Ού…οοου , γεμ τί λέι….ιιι  . Να είσι καλά κι σι κι η Πανάϊου κι να ζήστι να τα φάτι τσ΄ Μέρκελ , συμπλήρωσε η κυρά – Λένου .

_Έμ΄ άμα του στόμας πάει παμπόρι συνταξάρα κι συνταξάρα , πως να είμι καλά ; Μ΄ έφαγις μη τη γλουσουφαγιάς .

_Όχι αρά κάτσι καλά , ιγώ τ΄ όφιρι η κουβέντα κι τ΄ ούπα , άμα έχς ισί θα έχου κι γω , μαγαζί έχου , θα έρθς θα πιείς τουν καφέ , θα κιράσι κι κάνα  καραφάκι κανέναν , θα ψουνίσι κι κανά κιλό ρίζι και κανα μακαρόνι …

_Ά…ααα γειάσου , τώρα μιλάς σουστά Λένο….οοου !!

_Δε μη λές μαρί , τί έχι ου Σταθούλας κι είνι έτσι ; Ρώτησε ο  μπάρμπα – Θανάσης για τον συγχωριανό  και γείτονά του που κάθονταν σε μια γωνιά με το μυαλό να ταξιδεύει  αλλού.

_Ά…ααα δεν ξέρς τα γκιντέργια τ΄ Σταθούλα ;

_Τί ; Ποια γκιντέργια ; Έπαθι τίπουτα κανένας απ΄του σπίτιτ ;

_Τί να πάθν , τίπουτα , μια χαρίτσα είνι ούλοι . Άλλου έχι αυτός που τουν τριγάϊ ;

_Ά…αααα χα , κατάλαβα , μη συνιχάς , κατάλαβα . Δε βάρσι τίπουτα σήμιρα ;

_Κι πότι βάρσι ου ιβλουγημένους κι δεν βάρσι σήμιρα…ααα !!!

_Ά…ααα , μην του λες , βάρσαν τσ΄ προυάλις ένα γρούνι απάν απού ικατόν πινίντα ουκάδις.

_Μη συνιχάς , θα ήταν κανένα χαζουγούρνου που τ΄ότρουγι του αίματ , γιατί αν ήταν κανένα έξυπνου δε θα κάθουνταν να του βαρέσι ου Σταθούλας , επέμενε η κυρά Λένου , που δεν έλεγε να το κουνήσει ρούπι από την ομήγυρη .

_Σταθούλα…ααα , τα μσά τσ΄ χιλιάδας  πιντακόσια , φώναξε ο μπάρμπα – Θανάσης .

_Ά, τήρα αυτού τί δλιάς κι άσι τσ΄ ιξιπνάδις αυτές , απάντησε ο Σταθούλας , σηκώνοντας το τσιπουροπότηρο  .

_Έ,ρα , πως αρπάζισι έτσι , μια κουβέντα είπα .

_Τς΄ ξέρου ιγώ τσ΄ θκιές τσ΄ κουβέντις , επέμενε πάλι ο Σταθούλας .

_Καλά…αααα Σταθούλα , καλά…αααα !!

_Τί καλά , τί καλά , ιγώ έχου σκουτούρις στου κιφάλι κι σί του χαβάς .

_Όχι αρά , μη παριξίγσις , κουβέντα ν΄ ανοίξουμι είπα ου φουκαράς , σχολίασε ο μπάρμπα – Θανάσης .

_Άμα είνι έτσι βάλι ένα πενηνταράκι , απάντησε ο Σταθούλας .

_Άμέ , μετά χαράς , Λένου , βάλι αγλήγουρα ένα πενηνταράκι στου Σταθούλα .

_Καλά , δε θα τσακστού κιόλας ;  Που τουν πιριμένουν  , στου λιφκό οίκου ου Τράμπς ;

_Άντι μαρί σώσι κι΄ άσι τσ΄  χαζουκουβέντις , επενέβη ο μπάρμπα – Θανάσης .

_ Καλά , καλά , έφτασι , ψιθύρισε η κυρά – Λένου και σηκώθηκε τινάζοντας την ποδιά της .

_Άντι καλή χρουνιά μπάρμπα – Θανάση , να χαίρισι την γναίκας , τα πιδιάς κι τα αγγόνιας , ευχήθηκε ο Σταθούλας υψώνοντας το ποτηράκι .

_Να είσι καλά και καλό βόλι να έχς .

_Ά…ααα , αυτούϊα ϊα , καλά τ΄ουπις , γιατί τζιούφους τα φσέκια που ρίχνουμι .

_Ά…ααα , βρε βλουγημένι , ιδώ γιόμσι ου τόπους γρούνια κι ΄ σί γρούνι γιόκ ;

_Βρε τζιούφους σι λέου .

_Κάτι δεν κάντζ καλά , δε ιξιγίτι αλλιώς .

_Τί να σι που , μπουρεί , αλλά τί ;

_Άμ΄ αυτό του σακατλίκι δεν τ΄ όχου , που να ξέρου , απάντησε ο ,μπάρμπα – θανάσης .

_Ά…ααααχ , άφταστι , αρά τί τα πιράσατι ισίς τα γρούνια , χαζά να κάτσν να τα βαρέστι ;

_Πάψι Λένου , στα τσιαμασίριας ισί , αυτά είνι αντρικές  δλιές , μην ανακατέβισι σε παρακαλώ .

_Καλά…αααα !! Κι΄ άμα βαρέσι ισί γρούνι , γρούνι θα γένου , επέμενε η κυρά – Λένου.

_Έ , κι μιτά μη λες γιατί δεν μιλάου . Η γναίκα δεν παίζιτι . Φυτρώνει ικί που δεν την σπέρν …, Άντι καλή φώτιση , σχολίασε ο Σταθούλας .

Όλες οι ενότητες

© 2011 - 2017 StagonNews, Developed by NikosPap . Designed by ManosKal .Hosted by Fusioned .