Το ευθυμογράφημα της εβδομάδας – Καθημερινές ιστορίες για γέλια και για κλάματα

Γρηγόρης Γ. Καλύβας
Γρηγόρης Γ. Καλύβας
30 Απριλίου 2016, 08:53

_Χρυσούλα , μαρί Χρυσούλα , ιδώ μαρί δε μας γλεπς ; Φώναζε σηκώνοντας την μαγκούρα η κυρά Λένη που μαζί με τις γειτόνισσές της είχαν βγει απόγιομα στο  πεζούλι του σπιτιού της και είχαν στήσει κουβέντα  , με την κοινωνική κριτική – λαϊκιστί  κουτσομπολιό –  γύρω από τα δρώμενα  της μικρής κοινωνίας  του χωριού να πάει γόνα , που λένε .

_Δεν την γλέπου καλά την Χρυσούλα γειτόντζις , κάτι έχι . Αυτήν γιλούσι , έλιγι αστεία , μας έλιγι παλιές ιστουρίις απ΄του χουριό κι τώρα δεν μιλάι ντυπ , συμπλήρωσε η κυρά – Τρυγόνα  .

_Ναι , μαρί γναίκις , τώρα που του λέτι κάτι έχι η καψερή , συμπλήρωσε η διπλανή της η κυρά –  Ρίνα  , που αν και ενενηντακοντούκης το βελονάκι πήγαινε βερβερίτσα  σαν την γλώσσα της που πήγαινε ροδάνι .

_Μήπους είνι άρουστην  η καψερή; ρώτησε η κυρά – Τσιβούλα .

_Μπα…ααα , καλά είνι , δε ξέρου μήπους ου Νικόλας ( ο άντρας της κυρά – Χρυσούλας) , έχι  κάτι , γιατί έχου μέρις να τουν δου έξου , απάντησε η κυρά – Τρυγόνα με κάποια επιφύλαξη .

_Πάψτι , πάπστι έρχιτι , την έκοψε απότομα η κυρά –  Τσιβούλα .

Πράγματι η κυρά – Χρυσούλα κρατώντας ανά χείρας μια βέργα κρανιάς  που στο πάνω μέρος κατέληγε σε διχάλα , βάζοντας στο μέσον της τον αντίχειρα με τα άλλα δάκτυλα και την παλάμη να περιπλέκεται γύρω από την βέργα , έρχονταν αργά – αργά και κυρτή λόγω των ενενήντα χρόνων της προς το μέρος της γυναικοπαρέας .

_Καλησπέρα γναίκις , τι κάντι ; πως τσ’ έχτι τσ΄ φαμπλίες  σας ; ρώτησε καθώς  κοντοζύγωσε στην ομήγυρη .

_Καλός την χρυσούλα , φώναξαν όλες μαζί εν χορό και σηκώθηκαν όρθιες σε  ένδειξη σεβασμού    στα χρόνια που κουβαλούσε στην πλάτη της .

_Κάτστι , κάτστι , απάντησε η κυρά – Χρυσούλα και με κόπο προσπάθησε να καθίσει στο πεζούλι με δύο εκ των γυναικών να προθυμοποιούνται να την βοηθήσουν .

_Ώ…ωωωωχχ , αναφώνησε καθώς εναπόθετε το κουρασμένο  της κορμί .

_Τι έπαθις μαρί ; Ρώτησε δήθεν αφελέστατα η κυρά Τρυγόνα .

_Τι θέλτς  να πάθου ; Βάσανα γναίκις , βάσανα . Να μη σας χρουστήσει η μοίρα να πάθτι αυτό που μη βρίκι ιμένα , απάντησε η κυρά – Χρυσούλα και τα μάτια της πλημμύρισαν δάκρυα .

Πράγματι βλέποντας την κυρά – Χρυσούλα με δάκρυα στα μάτια το κλίμα ξαφνικά άλλαξε και από κει που ήταν  ανάλαφρο σοβάρεψε και όλες κοιτάχτηκαν στα μάτια με απορία . Ακόμα και η   γλωσσού η κυρά – Ρίνα  μαζεύτηκε κόβοντας απότομα χαμόγελο και βάζοντας το βελονάκι με το πλεχτό στην ποδιά  της .

_Τι είνι μαρί Χρυσούλα , είνι κανένας άρουστους ; ρώτησε διστακτικά κάποια .

_Καλύτερα  αρρώστια  παρά αυτό που μας βρήκι , απάντησε η κυρά –  Χρυσούλα σκουπίζοντας τα μάτια της με το μαντήλι που είχε χωμένο στο μανίκι της .

_Μη λες τέτοια η Παναγιά είνι μιγάλη , μην κιουτεύβς , ισί  πέρασις  πόλεμου , πείνα , κατοχή , κι δεν κιότεψες  κι θα κιουτέψι  τώρα  ; απάντησε η κυράα Τρυγόνα προσπαθώντας  να την παρηγορήσει .

_Τι να μην που ; Ήταν να μη βρει κι΄ αυτό τώρα στα στερνά .

_Τι κακό σας  βρήκι ; Τι πάθατι ; Ρώτησαν ωμού με μια φωνή που δεν ήταν ποια ούτε γυναικεία περιέργεια , ούτε κουτσομπολιό αλλά μια ειλικρινής διάθεση να μάθουν το κακό που είχε βρει την κυρά – Χρυσούλα .

_Φεύγει του παλικάριμ , φεύγει , πρόκανε να πει και η φωνή πνίγηκε στους  λυγμούς .

Ναι , ο αγαπημένος της εγγονός , ο Αντώνης  , με την γυναίκα  του και τα δύο τους παιδιά μεταναστεύουν στην Γερμανία  αναζητώντας δουλειά καθώς εδώ ο Αντώνης , αν και απ΄τους καλύτερους μηχανικός αυτοκινήτων , δεν μπόρεσε να βρει κάτι που να μπορεί να ζήσει την οικογένειά του . Εξακόσια ευρώ το μήνα και αυτά έναντι . Τι να πρωτοκάνει με εξακόσια ευρώ , απηύδησε . Το σκέφθηκε έτσι , το σκέφθηκε αλλιώς , τα έβαλε κάτω , έκανε τους λογαριασμούς και το αποφάσισε να φύγει με την γιαγιά Χρυσούλα να  κλαίει με μαύρο δάκρυ βάζοντάς τα με  τους πολιτικούς .

_Ανάθεμάτς  , ανάθεμάτς , μουρμούριζε  κάθε τόσο .

Τα σχόλια είναι κλειστά.

Όλες οι ενότητες

© 2011 - 2017 StagonNews, Developed by NikosPap . Designed by ManosKal .Hosted by Fusioned .