Το ευθυμογράφημα της εβδομάδας – Καθημερινές ιστορίες για γέλια και για κλάματα

Γρηγόρης Γ. Καλύβας
Γρηγόρης Γ. Καλύβας
1 Απριλίου 2017, 08:13

Σάββατο πρωί  25ης Μαρτίου του σωτηρίου έτους 2017 σε ημιορεινό χωριό της περιοχής μας . Ο Μάρτης , συμμετέχοντας , λες,  κι΄ αυτός στην κρίση , όχι μόνο παλουκοκαύτης  δεν απεδείχθη αλλά μάλλον μας προϊδέασε για τα καλά στο πρώιμο  καλοκαιράκι ανακουφίζοντάς μας κάπως από τα έξοδα θέρμανσης  .  Το χωριό , λίγο η εθνική μας   επέτειος  , λίγο η χαλαρότητα  της αργίας του Σαββάτου, έδειχνε να ησυχάζει . Εκεί  κατά τις  δέκα η Εκκλησία  απόλυσε  και  οι άνθρωποι  σκορπίζονταν  ανάμεσα στα καλντερίμια , οι γυναίκες  για τα σπίτια τους να ετοιμάσουν  το φαί και οι άνδρες άλλος (οι γεροντότεροι) στα καφενεία του μεσοχωριού και άλλοι (οι νεώτεροι) στα χωράφια τους,  καθώς είναι η περίοδος προετοιμασίας  για κήπους , αμπέλια κ.λ.π .

Η τηλεόραση του καφενείου μετέδιδε την στρατιωτική παρέλαση δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα πατριωτικής εξάρσεως που περνούσε στους θαμώνες  οι οποίοι αλλάζοντας την ατζέντα του τοπικού  κοινωνικού γίγνεσθαι που διαμορφώνει η κρίση αλλά και οι Ανοιξιάτικες  αγροτικές δουλειές , μιλούσαν για το ΄21 , τους ήρωες που το δημιούργησαν και χάρην του αίματός τους  , μας παρέδωσαν ελεύθερη πατρίδα , αλλά και την εθνική ευθύνη των νεοελλήνων να την κρατήσουν αλώβητη από κάθε επιβουλή .

_Τι άνθρωποι ήταν αυτοί ; Αναρωτήθηκε υπό τύπον ρητορικής ερωτήσεως κάποιος της ομηγύρεως .

_Τι λέι , για ποιους λέι ο Κίτσιος , δεν ακούου καλά γιατί έπισι η μπαταρία , ρώτησε ένας ογδοντάρης  βάζοντας την παλάμη στ΄ αριστερό του αυτί κάνοντας χωνί ώστε ν΄ ακούσει τι λέγεται στους διαλόγους που αναπτύσσονταν .

_Για τον Κολοκοτρώνη , τον Διάκο , τον Παπαφλέσσα , τον Ανδρούτσο , γι΄ αυτούς που έκαναν την επανάσταση εναντίον των Τούρκων, λέει , απάντησε ο διπλανός του .

_Ά…αααα, γι΄  αφνούς λέει ;

_Έ…..εεεε , μέρα που είνι μπάρμπα – Κώτσιο να μην πούμε , να μην τους αναφέρουμε ; Πατρίδα ελεύθερη μας παρέδωσαν

_Να μας πει ο παππάς στ΄ αυτί κι΄ου διάκους  στου κιφάλι , ψιθύρισε ο μπάρμπα – Κώτσιος συνεχίζοντας να έχει την παλάμη στο αυτί .

_Γιατί μπάρμπα – Κώτσιο ;

_Τι γιατί , δε γλέπς γύρους ; Δεν γλέπς που πήγαμι την δόλια την Ελλαδίτσα ;

_Τι θες να πεις μπάρμπα – Κώτσιο ; Μέσα στο παράπονο σε βρίσκω .

_Τι θέλου να πού ; Χμ…μμμμ , ότι αν ήξιραν που θα την πηγαίναμι την πατρίδα δε θα έδουναν του αίματς . Θα την άφηναν ικί που ήταν και θα ήμασταν ακόμα ραγιάδις .

_Γιατί το λες αυτό μπάρμπα – Κώτσιο ; Την μηγαλώσαμι κι΄ άλλου , την προοδεύσαμι , έ…εεε , τώρα σκουντάψαμι λίγου αλλά πάλι με χρόνια με καιρούς πάλι μπρουστά θα την πάμι !!!

_Τι να μην που . Δε γλέπς ;  Είδις σήμιρα κανένα νέου στην ικκλησιά ; Ξαπλαριά ούλα. Ου ήλιους δέκα αξιάλις απαν κι΄ αυτοί ύπνου κι παλιτσάρχου  . Ξυπνάν κατά τσ’  δυό , κι κουσιού στην Καλαμπάκα για καφέ . Γυρνάν πίσου πτώμα λες κι έκαναν χουράφι . Τσ’ λες , άντι πιδιά σκουθείτι να πάμι στου χουράφι , άντι να πάμι να σκάψουμι τ΄ αμπέλι τώρα που δεν έσκασαν  οι στσιούμπλις , σι κοιτάν κι χασκάν . Καφέ , καφέ , κι δώστου καφέ .Καρδάρια καφέ. Απουρώ κι ιξίσταμι μη τόσι καφέδις πως δεν τα χτυπάει στα νεύρα .

_Μπάρμπα Κώτσιου , δεν σ΄ έχου ακούσι άλλι βουλά να μιλάς έτσι . Τι έπαθις σήμηρις ; Ρώτησε ο ποιο νέος της ομηγύρεως .

_Τι να κάνου βρε παλικάριμ , στιναχουριέμι πουλύ που γλέπου να πάμι ντουγρού στου πουτάμι . Αναρουτιέμι , αν κι ικίνι τότι του είχαν ρίξι στου σουρλόπ κι έλιγαν , τι πόλιμου να κάνουμι  , κατσίτι να πιράσουμι καλά κι δεν μας πειράζι του τούρκικου φέσι , θα είχαμι σήμιρα πατρίδα λέφτιρι ; Δε μπουρούσαν να του πουν ;

_Τι να σι που , μάλουν , απάντησε ο συνομιλητής του .

_Μπουρούσαν μια χαρίτσα αλλά δεν είπαν έτσι . Παράτσαν τα  σπίτια , του βιος , τσ΄ οικουγένιις κι βγήκαν στου κλαρί κι πουλέμσαν τουν τούρκου . Αν ιμίς του 40’ έλιγάμαν , τι πόλεμου να κάνουμι  , κατσίτι που είμαστι μια χαρούλα κι΄ ας πιράσουν Γιρμανοί κι Ιταλοί , θα είχι μείνι ακέργια η Ελλάδα ; ΟΧΙ !!!

_Βρε μπάρμπα – Κώτσιο , σαν καλά  μη φάινιτι να τα λες σήμιρις . Κι γω σ΄ είχα παραξηγήσι , συμπλήρωσε ο συνομιλητής του .

_Άντι  , πουλλά είπαμι . Ιλάτι να τραγουδίσουμι ούλοι μαζί , πρόσταξε ο μπάρμπα Κώτσιος την ομήγυρη αρχίζοντας να τραγουδά   με την ομήγυρη να επαναλαμβάνει .

«Μαύρη μωρέ μαύρη  είν’ η ζωή που κάνουμε  , εμείς οι μαύροι κλέφτες, εμείς οι μαύροι κλέφτες .

Όλη μωρέ, όλη μερούλα πόλεμο

όλη μερούλα πόλεμο, το βράδυ καραούλι

με φό- μωρέ με φόβο τρώμε το ψωμί

Με φόβο τρώμε το ψωμί, με φόβο περπατάμε

Ποτέ μωρέ, ποτέ μας δεν αλλάζουμε

ποτέ μας δεν αλλάζουμε και δεν ασπροφορούμε…» .

_Ν’ άτανε το ΄21 , χρόνια δοξασμένα  …..

 

Τα σχόλια είναι κλειστά.

Όλες οι ενότητες

© 2011 - 2017 StagonNews, Developed by NikosPap . Designed by ManosKal .Hosted by Fusioned .