Τα διαρθρωτικά προβλήματα της Οικονομίας μέσα από το ΑΕΠ

Γρηγόρης Γ. Καλύβας
Γρηγόρης Γ. Καλύβας
28 Μαρτίου 2017, 08:02

Αισίως διάγουμε τον έβδομο χρόνο της οικονομικής κρίσης και παρά την εφαρμογή  των μνημονίων η ανάκαμψη της οικονομίας δεν διαφαίνεται  στον ορίζοντα . Τουναντίον  επιδεινούται   επί τα χείρω με άδηλη την κατάληξή της αλλά και το μέλλον της χώρας .

Πολλοί υποστηρίζουν ότι γι΄ αυτήν την κατάσταση ευθύνεται το μίγμα των πολιτικών  που προτείνουν  οι  θεσμοί  , άλλοι  για  ατολμία (λόγω πολιτικού κόστους )του εγχώριου πολιτικού συστήματος να τις εφαρμόσει  και έτεροι το αποδίδουν  στις εθνικές μας αδυναμίες . Ότι και να ισχύει η ουσία είναι μια:  ότι παρά την σημαντική απώλεια του οικογενειακού εισοδήματος (50%) από την υπερφορολόγηση , εκείνο που επετεύχθη είναι η – πρόσκαιρη-βελτίωση των δημοσιονομικών μεγεθών κυρίως ως προς τα δημόσια  έσοδα αλλά με βαριές  επιπτώσεις στην ανάταξη της οικονομίας  που παρά τα όσα λέγονται διολισθαίνει στον βούρκο της ύφεσης .

Αν θέλει κάποιος  να εμβαθύνει στο  διαρθρωτικό πρόβλημα  της οικονομίας θα πρέπει να αποδεχθεί  την πικρή αλήθεια που λέει ότι τα πραγματικά προβλήματα της ελληνικής οικονομίας είναι τα συμπτώματα που παράγουν το πρόβλημα και αυτά είναι ορατά  δια γυμνού οφθαλμού παρά του ότι όλοι προσπαθούμε να τα αποκρύψουμε γιατί άλλους θίγουν  , άλλους ενοχοποιούν και άλλους γεμίζουν ευθύνες  που ούτε θέλουν , ούτε μπορούν να σηκώσουν .

Έτσι  φτάσαμε  η ελληνική οικονομία να μην παράγει σχεδόν τίποτα , να  στηρίζεται  σε μέγιστο βαθμό στην κατανάλωση η πλειονότητα των προϊόντων της οποίας είναι εισαγόμενα κάτι που επιβαρύνει το ισοζύγιο εισαγωγών – εξαγωγών υπέρ του πρώτου με την οικονομία να  αιμορραγεί  , να ξοδεύει σημαντικούς πόρους σε διάφορες μη παραγωγικές δαπάνες, όπως τη λειτουργία  του Δημοσίου και η όποια παραγωγή στον πρωτογενή τομέα στηρίζεται στις επιδοτήσεις, οι οποίες , απ’ ό, τι αποδεικνύεται, συνεχίζουν να μην αξιοποιούνται στην ουσιαστική στήριξη της εγχώριας  παραγωγής .Τέλος η Ελληνική οικονομία εξακολουθεί να κουβαλάει διαρθρωτικές στρεβλώσεις και νοοτροπίες καθώς δεν μπορεί να απορρίψει την αντίληψη του κρατισμού που διαχέεται παντού , ακόμα και στον ιδιωτικό τομέα .

Η αλήθεια για την  Ελληνική οικονομία αποτυπώνεται  ολοκάθαρα στην διάρθρωση της πίτας του Α.Ε.Π της χώρας . Αν και τα στατιστικά στοιχεία  των ερευνών και μελετών δεν αποτυπώνουν  πλήρως την πραγματικότητα , εν τούτοις μια απλή ματιά φτάνει για να αντιληφθεί και ο μη ειδικός το πραγματικό μέγεθος του διαρθρωτικού  προβλήματος  .

Ας ρίξουμε μια ματιά !! Στην κατανάλωση στηρίζεται το 70% περίπου  της ανάπτυξης σε μια εποχή που το μοντέλο αυτό  καταρρέει , δεν απαιτεί μεγάλες επενδύσεις, δεν δημιουργεί θέσεις εργασίας και δεν στηρίζεται στην έρευνα και στην ανάπτυξη. Δηλαδή στηριζόμαστε στις εισαγωγές που είναι μεγαλύτερες από τις εξαγωγές, λόγω ελεύθερου εμπορίου και έλλειψης ανταγωνιστικότητας, στις επιδοτήσεις  και σ’  έναν αναποτελεσματικό και σπάταλο δημόσιο τομέα  δημιουργώντας και  τροφοδοτώντας συνεχώς ελλείμματα και χρέη.

Ο πρωτογενής τομέας, δηλαδή η γεωργία, η κτηνοτροφία, η αλιεία και η δασοκομία, φθίνουν  συνεχώς τείνοντας προς  εξαφάνιση .Η συνεισφορά των κλάδων αυτών στη διαμόρφωση του ΑΕΠ μόλις αγγίζει το 4% . Το γιατί ο κλάδος αυτός φθίνει οφείλεται σε συγκεκριμένους  παράγοντες όπως είναι οι  πολιτικές της Κ.Α.Π , η  μη αξιοποίηση των επιδοτήσεων που συνέρρευσαν από το 1982  και αγγίζουν , σύμφωνα με υπολογισμούς , τα 890 δις ευρώ, οι διμερείς συμφωνίες  που συνάπτει  η  Ε.Ε με  τρίτες  χώρες για εισαγωγή αγροτικών προϊόντων και φυσικά η απουσία οργάνωσης και αναδιάρθρωσης  της εγχώριας παραγωγής . Μαζί δε με την απουσία σχεδίου παραγωγικής ανασυγκρότησης  και των γνωστών νοοτροπιών που εξακολουθούν να καθορίζουν  την συμπεριφορά των γεωργοκτηνοτρόφων  , οδήγησαν στην συρρίκνωση του πρωτογενούς τομέα τόσο στην παραγωγή , όσο και στην ενασχόληση μ΄ αυτήν καθώς οδήγησε στην αγρανάπαυση και στην έξοδο  σημαντικού  τμήματος  της Ελληνικής κοινωνίας από τον κλάδο .

Πρόδρομος  της διάλυσης του  εγχώριου πρωτογενούς τομέα ήταν το Αθηνοκεντρικό μοντέλο ανάπτυξης το οποίοι διέλυσε τον κοινωνικό και παραγωγικό ιστό της υπαίθρου . Δυστυχώς και σήμερα εξακολουθούμε να ασκούμε τις ίδιες πολιτικές και να έχουμε τις ίδιες συμπεριφορές τόσο στο μοντέλο της ανάπτυξης , όσο και στην πρωτογενή παραγωγή .

Ένα άλλο σημαντικό μέγεθος στην διάρθρωση του ΑΕΠ Είναι ο τουρισμός  η συνεισφορά του οποίου υπολογίζεται στο 7,6% και η συνολική 18,5%, ενώ ταυτόχρονα η άμεση συμβολή στην απασχόληση  είναι 11,3% και 23,1% η συνολική, ποσοστά που μεταφράζονται σε 401 χιλ. και 822 χιλ. θέσεις εργασίας αντίστοιχα.

Το συνολικό ποσό που δαπανήθηκε από ξένους επισκέπτες στην Ελλάδα ανήλθε σε 14,8 δισ. ευρώ  το 2015 και η συνεισφορά κλάδου στο σύνολο των επενδύσεων ήταν 2,7 δισ. ευρώ ή 16.5% επί του συνόλου. Συνυπολογίζοντας και τα πολλαπλασιαστικά οφέλη, η συνολική συμμετοχή ανέρχεται μεταξύ 37 και 45 δις, δηλαδή περισσότερο από 20% του ΑΕΠ και ίσως να υπερβαίνει το 25% του ΑΕΠ, καθιστώντας τον τουρισμό βασικό πυλώνα της ελληνικής οικονομίας.

Το εμπόριο συμμετέχει με 14,86% στη διαμόρφωση του ΑΕΠ, αλλά η δραστηριότητα αυτή σχετίζεται περισσότερο με την εγχώρια ζήτηση (κατανάλωση) παρά με παραγωγή υπεραξίας. Πρόκειται για τον κλάδο με τη μεγαλύτερη συμμετοχή στο ΑΕΠ, καθώς προσφέρει 35 δισ. ευρώ τον χρόνο. Όσο, δηλαδή, περίπου το ύψος της φοροδιαφυγής.

Η διαχείριση ακινήτων , χωρίς τις κατασκευές  συμμετέχει με 10,41% . Αποτελεί ενδεικτικό στοιχείο του αναπτυξιακού μοντέλου που ακολούθησε η ελληνική οικονομία εδώ και δεκαετίες: Χτίζει σπίτια. Μόλις, όμως, «πάγωσε» η αγορά ακινήτων άρχισαν τα προβλήματα. Ο κατασκευαστικός κλάδος λόγω της ύφεσης και της πτώσης της οικοδομικής δραστηριότητας είχε αρνητική συμβολή στο ΑΕΠ.

Ο τρίτος μεγαλύτερος κλάδος της ελληνικής οικονομίας είναι η δημόσια διοίκηση και η άμυνα. Ο κρατικός τομέας (δημόσια διοίκηση και άμυνα) αύξησε το ποσοστό του στη διαμόρφωση του ΑΕΠ από το 7,95%  στο  8,9%  .

Ο  δημόσιος τομέας προσφέρει κάθε χρόνο στην ελληνική οικονομία περίπου 21 δισ. ευρώ, αλλά σπαταλώνται 18 δισ. ευρώ χωρίς να ξέρει κανείς πού και γιατί απομένοντας  ως  κέρδος  3 δισ. ευρώ τον χρόνο, δηλαδή λιγότερα από το κόστος της περιττής γραφειοκρατίας που υπολογίζεται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή σε 4 δισ. ευρώ ετησίως.

Η  εκπαίδευση με 6,15% και ίσως αποτελεί τη μοναδική επένδυση που έχουμε συναντήσει μέχρι στιγμής – αν και μικρότερη σε ποσοστό σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Στην πέμπτη θέση βρίσκονται τα ξενοδοχεία και τα εστιατόρια (ποσοστό συμμετοχής 6,11% στο ΑΕΠ) που αποτελούν ένδειξη της συμβολής του τουρισμού στην ελληνική οικονομία.

Η υγεία και η κοινωνική μέριμνα συνεισφέρουν 4,83% ή 11,6 δισ. ευρώ τον χρόνο. Δηλαδή λίγο λιγότερο από την εισφοροδιαφυγή που υπολογίζεται άνω των 12 δισ. ευρώ.

Η ελληνική ποντοπόρος ναυτιλία συνεισφέρει άμεσα ή έμμεσα με περισσότερα από 13 δισ. ευρώ στην εθνική οικονομία, ποσό που υπερβαίνει το 7% του ΑΕΠ τον χρόνο φρέσκα κεφάλαια  . Άλλοι κλάδοι με σημαντική συμβολή, όπως βιομηχανία τροφίμων-ποτών, εμπόριο αυτοκινήτων, συνεργεία, ταχυδρομεία, τηλεπικοινωνίες, ψυχαγωγία, πολιτισμός και αθλητισμός είναι περισσότερο συνδεδεμένοι με την κατανάλωση και την υψηλή εγχώρια ζήτηση. Το ίδιο ισχύει με τους ενδιάμεσους νομισματικούς οργανισμούς.

Λοιπόν , αυτά τα στοιχεία δείχνουν προβλήματα αλλά και υποδεικνύουν τις λύσεις και τομές που πρέπει να κάνουμε  αλλά δεν τις αποτολμούμε  καθώς το πολιτικό σύστημα δεν τια αποτολμά χάρην του πολιτικού κόστους , οι πολίτες γιατί  τρομάζουν  τις επιπτώσεις σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο και τέλος γιατί δεν υπάρχει ολοκληρωμένο σχέδιο ανασυγκρότησης με  συνέπεια να βλέπουμε την επερχόμενη καταστροφή και να την προτιμούμε παρά να αντιδράσουμε για να σωθούμε έστω και με  συνέπειες . Το δίλλημα είναι εμφανές : ή αντιδρούμε αποφασιστικά  και ανασυγκροτούμε  τα πάντα ή χρεοκοπούμε ολοκληρωτικά και χανόμαστε !!

Τα σχόλια είναι κλειστά.

Όλες οι ενότητες

© 2011 - 2017 StagonNews, Developed by NikosPap . Designed by ManosKal .Hosted by Fusioned .