Πραγματοποιήθηκε με συγκίνηση προσκύνημα , από Καθηγουμένους και Μοναχούς των Ιερών Μονών των Μετεώρων, μετά από 70 περίπου χρόνια, στη Ιερα Μονή Αγίας Μονής Μετεώρων

Βαγγέλης Γκιάτας
Βαγγέλης Γκιάτας
5 Οκτωβρίου 2016, 13:06

Πραγματοποιήθηκε σήμερα με συγκίνηση προσκύνημα , από τους Καθηγουμένους και των Μοναχούς  των Ιερών Μονών των Μετεώρων, μετά από 70  περίπου χρόνια, στη Ιερά Μονή Αγίας Μονής Μετεώρων.

Σε ύψος αρκετών  μέτρων και η πρόσβαση είναι δυνατή μόνο μέσω αναρρίχησης
και η συνδρομή της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας Καλαμπάκας ήταν δεδομένη στην πραγματοποίηση αυτού του ιστορικού γεγονότος, καθότι διαθέτει άριστα εκπαιδευμένους Υπαλλήλους σε θέματα που αφορούν την επέμβαση της.

monaxoi-anarrixites-1-1 monaxoi-anarrixites-1-2 monaxoi-anarrixites-1-3 monaxoi-anarrixites-1-4 monaxoi-anarrixites-1-5 monaxoi-anarrixites-1-6 monaxoi-anarrixites-1-7 monaxoi-anarrixites-1-8 monaxoi-anarrixites-1-9 monaxoi-anarrixites-1-10 monaxoi-anarrixites-1-11 monaxoi-anarrixites-1-12 monaxoi-anarrixites-1-13 monaxoi-anarrixites-1-14 monaxoi-anarrixites-1-15 monaxoi-anarrixites-1-16

Ἁ­γί­α Μο­νή (Γε­νε­σί­ου τῆς Θε­ο­τό­κου) ἤ κελλί τοῦ Βαρλαάμ ( Πέτρινο Δάσος της αδελφής Θεοτέκνης ) 

Νο­τι­ο­δυ­τι­κά τῆς μο­νῆς Ρου­σά­νου, βορειοανατολικά τῆς μονῆς Βαρλαάμ, στήν τοποθεσία τῆς Στέρνας, ἐ­πά­νω σέ μο­νό­λι­θο στύ­λο, δι­α­κρί­νου­με τά ἐ­ρεί­πι­α τῆς Ἁ­γί­ας Μο­νῆς ἤ Νέ­ας Μο­νῆς, ἡ ὁ­ποί­α ἦ­ταν ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νη στό Γε­νέ­σι­ο τῆς Ὑ­πε­ρα­γί­ας Θε­ο­τό­κου καί εὑρίσκεται σέ ὑ­ψό­με­τρο δι­α­κο­σί­ων πε­νή­ντα μέ­τρων. Βό­ρει­α τοῦ βρά­χου ὑ­πῆρ­χε ἡ ξύ­λι­νη ἀ­νε­μό­σκα­λα μέ 75 βα­θμί­δες καί δυ­τι­κά αὐ­τοῦ ὑ­πάρ­χει μί­α εὐ­με­γέ­θης στέρ­να.

Πα­λαι­ό­τε­ρη μνεί­α: Δέν γνω­ρί­ζου­με πό­τε ἀ­κρι­βῶς ἱ­δρύ­θη­κε τό προ­η­γη­θέν ἐ­ρη­μη­τή­ρι­ο. Ἀ­πό πα­τρι­αρ­χι­κό γράμ­μα μᾶς εἶ­ναι γνω­στό ὅ­τι ἕ­νας δρα­στή­ρι­ος, χα­ρι­σμα­τι­κός ἡ­γού­με­νος καί πνευ­μα­τι­κός, ὁ ἱ­ε­ρο­μό­να­χος Νι­κη­φό­ρος, μέ με­γά­λη ἤ­δη συ­νο­δί­α ἱ­ε­ρο­μο­νά­χων, μο­να­χῶν καί λα­ϊ­κῶν ὑ­πο­ψη­φί­ων μο­να­χῶν, μέ προ­σω­πι­κές τους δα­πά­νες ἀλ­λά καί μέ προ­σφο­ρές εὐ­σε­βῶν χρι­στι­α­νῶν, ἀ­νε­καί­νι­σαν καί ἀ­νοι­κο­δό­μη­σαν ἐξ ἀρ­χῆς τό πα­λαι­ό ἀ­σκη­τή­ρι­ο πού βρῆ­καν στόν οὐ­ρα­νο­γεί­το­να βρά­χο. Στήν πα­ρά­δο­ση τῶν Κα­στρα­κι­νῶν θε­ω­ρεῖ­ται «τό κελ­λί τοῦ Βαρ­λα­άμ»[1]. Πι­θα­νό­τα­τα ἦ­ταν ἐ­κεῖ ἡ πρώ­τη κα­τοι­κί­α τοῦ ἀ­σκη­τῆ Βαρ­λα­άμ, προ­τοῦ με­τα­βεῖ στόν φε­ρώ­νυ­μο βρά­χο.

Ἡ το­πο­θε­σί­α ἦ­ταν γνω­στή ὡς Στέρ­να. Ὄντως ὄπισθεν τοῦ βράχου ὑπάρχει εὐμεγέθης στέρνα πρός συγκέντρωση ὕδατος καί ἡ ἐ­πι­φά­νει­α τοῦ βρά­χου ἦ­ταν λί­αν πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νη. Ἔ­τσι κα­τ’ ἀ­νά­γκην ἔ­πρε­πε νά κα­λύ­ψουν μέ τίς ἀ­πα­ραί­τη­τες οἰ­κο­δο­μές τόν δι­α­θέ­σι­μο χῶ­ρο, ἀλ­λά καί νά αὐ­ξή­σουν τό κτι­ρι­α­κό συ­γκρό­τη­μα σέ ἐ­πάλ­λη­λους ὀ­ρό­φους, κα­θώς ἐμ­φαί­νε­ται ἀ­κό­μη σέ δι­α­σω­θεῖ­σες πα­λαι­ές φω­το­γρα­φί­ες τῆς ἐν λό­γῳ μο­νῆς.

Τό 1614 ὁ πα­πα-Νι­κη­φό­ρος φρό­ντι­σε καί με­τέ­τρε­ψε τό ἱ­ε­ρό μο­νύ­δρι­ο σέ σταυ­ρο­πη­γι­α­κή πα­τρι­αρ­χι­κή μο­νή μέ σι­γιλ­λι­ῶ­δες γράμ­μα[2] τοῦ οἰ­κου­με­νι­κοῦ πα­τρι­άρ­χη Τι­μο­θέ­ου Β΄. Τό γράμ­μα αὐ­τό εὑ­ρί­σκε­ται στό ἀρ­χεῖ­ο ἐγγράφων τῆς μο­νῆς Βαρ­λα­άμ (ἀ­ρ. 10). Ἀ­ντί­γρα­φό του, ὡσαύτως, σώ­ζε­ται καί στήν ἱερά μο­νή Ἁγί­ου Στε­φά­νου.

Ἡ Ἁ­γί­α Μο­νή δι­έ­θε­τε, τό­τε, ἐν­νέ­α ἱ­ε­ρο­μο­νά­χους καί ὀ­κτώ μο­να­χούς. Τά ὀ­νό­μα­τα τῶν ἱ­ε­ρο­μο­νά­χων ἦ­ταν: Νι­κη­φό­ρος, Ἰ­ω­αν­νί­κι­ος, Ἀρ­σέ­νι­ος, Μη­τρο­φά­νης, Δι­ο­νύ­σι­ος, Κύ­ριλ­λος, Φι­λό­θε­ος, Δα­νι­ὴλ καὶ Ματ­θαῖ­ος. Μο­να­χοί δέ ἦ­ταν: Γρη­γό­ρι­ος, Νεῖ­λος, Νε­ό­φυ­τος, Πα­γκρά­τι­ος, Πα­χώ­μι­ος, Μα­κά­ρι­ος, Ἰ­ω­αν­νί­κι­ος καί Δι­ο­νύ­σι­ος.

Με­τά τήν σχε­τι­κή εἰ­σα­γω­γή ὁ οἰ­κου­με­νι­κός πα­τρι­άρ­χης Τι­μό­θε­ος Β΄ ἀ­να­φέ­ρει: «Οἱ κα­τὰ τὴν ἁ­γι­ω­τά­την Ἐπι­σκο­πὴν Στα­γῶν εὑ­ρι­σκό­με­νοι ἱ­ε­ρο­μό­να­χοι καὶ μο­να­χοὶ ὅ,τε παπ­πᾶ Νι­κη­φό­ρος, παπ­πᾶ Ἰ­ω­αν­νί­κι­ος, παπ­πᾶ Ἀρ­σέ­νι­ος, παπ­πᾶ Μη­τρο­φά­νης, παπ­πᾶ Δι­ο­νύ­σι­ος, παπ­πᾶ Κύ­ριλ­λος, παπ­πᾶ Φι­λό­θε­ος, παπ­πᾶ Δα­νι­ήλ, παπ­πᾶ Ματ­θαῖ­ος, Γρη­γό­ρι­ος, Νεῖ­λος, Νε­ό­φυ­τος, Πα­γκρά­τι­ος, Πα­χώ­μι­ος, Μα­κά­ρι­ος, Ἰ­ω­αν­νί­κι­ος, Δι­ο­νύ­σι­ος οἱ μο­να­χοὶ καὶ ἄλ­λοι οὐκ ὀ­λί­γοι πρό­θυ­μοι τὴν ἡ­συ­χί­αν καὶ ἐ­ρη­μί­αν οἱ ἐ­πι­πο­θοῦ­ντες ἐ­πεὶ εὗ­ρον τό­πον εὐ­ά­ρε­στον καὶ ἐ­πι­τή­δει­ον ἐν τῇ το­πο­θε­σί­ᾳ τῆς κα­λου­μέ­νης Στέρ­νας πλη­σί­ον τῆς μο­νῆς τοῦ Βαρ­λα­άμ, δα­πα­νή­σα­ντες οἴ­κο­θεν καὶ ἐξ ἐ­λε­η­μο­συ­νῶν ἀ­νή­γει­ραν καὶ ἀ­νε­καί­νι­σαν μο­νύ­δρι­ον εἰς δό­ξαν Θε­οῦ πρὸς ἡ­συ­χί­αν καὶ ἄ­σκη­σιν αὐ­τῶν ἐ­π’ ὀ­νό­μα­τι τῆς Ὑ­πε­ρα­γί­ας Δε­σποί­νης ἡ­μῶν Θε­ο­τό­κου καὶ ἀ­ει­παρ­θέ­νου Μα­ρί­ας καὶ τοῦ­το ἐκ βά­θρων καὶ ἐκ θε­με­λί­ων ἀ­νῳ­κο­δό­μη­σαν· ὅ­θεν καὶ ἀ­δεί­ᾳ ἡ­με­τέ­ρᾳ σταυ­ρὸν ἱ­ε­ρὸν ἔ­λα­βον καὶ σταυ­ρο­πή­γι­ον πα­τρι­αρ­χι­κὸν εἶ­ναι καὶ ὀ­νο­μά­ζε­σθαι κα­νο­νι­κῶς ἐ­ζή­τη­σαν ἠ­ξί­ω­σάν τε καὶ τὴν ἡ­μῶν με­τρι­ό­τη­τα δι­ὰ γράμ­μα­τος ἐ­λευ­θε­ρω­τη­ρί­ου τι­μῆ­σαι αὐ­τὸ καὶ ἀ­κα­τα­πά­τη­τον καὶ ἀ­ζή­μι­ον εἶ­ναι ὡς πα­τρι­αρ­χι­κὸν σταυ­ρο­πή­γι­ον» (ΟΔ).

Ἱ­στο­ρι­κή ἐ­ξέ­λι­ξη τοῦ μο­νυ­δρί­ου: Στίς ἀρ­χές τοῦ 17ου αἰ­ώ­να ἡ Ἁ­γί­α Μο­νή ἀ­νή­κει ὡς κελ­λί­ο στό Με­γά­λο Με­τέ­ω­ρο. Στό γνω­στό ‘Κα­τά­στι­χο δι­ὰ τὴν ἀ­πο­κο­πὴν τῶν κελ­λι­ω­τῶ­ν’ ἡ ὡς Μονή ἀ­να­φέ­ρε­ται ἕ­κτη στήν σει­ρά μέ τόν τίτ­λο «ἡ Πα­να­γί­α ἡ νέ­α μο­νή»[3]. Προ­σφέ­ρει δέ­κα ἄ­σπρα, πρά­γμα πού ση­μαί­νει ὅ­τι ἦ­ταν πτω­χό­τα­το μο­να­στή­ρι, κα­θό­τι νε­ο­ϊ­δρυ­μέ­νο.

Στήν ζη­τεί­α τῶν μο­να­στη­ρι­ῶν τῶν Με­τε­ώ­ρων πρός τόν ἡ­γε­μό­να τῆς Μολ­δο­βλα­χί­ας Ἰ­ω­άν­νη Βα­σί­λει­ο Lupu (1634-1653) συ­νυ­πο­γρά­φουν ἔ­να­τοι στήν σει­ρά «οἱ ἐν τῇ Ἁ­γί­ᾳ Μο­νῇ πα­τέ­ρες»[4]. Ὑ­πο­γρά­φει δέ ὡς ἡ­γού­με­νος ὁ ἱ­ε­ρο­μό­να­χος Χα­ρα­λά­μπης.

Σύμφωνα μέ τόν Κώδικα Τρίκκης καί πληροφορίες τοῦ Οὐσπένσκυ στίς ἀρ­χές τοῦ 18ου αἰ. (1710) τό μο­να­στή­ρι ἐ­γκα­τα­λεί­φθη­κε. Ἕ­ξι δε­κα­ε­τί­ες κα­τό­πιν στά 1771 ἀ­να­κτί­σθη­κε, ἐνῶ πα­ράλ­λη­λα πρα­γμα­το­ποι­ή­θη­καν προ­σθῆ­κες σέ προ­ϋ­πάρ­χο­ντα κτί­ρι­α.

Εἰδικότερα στόν Κώ­δι­κα Τρίκ­κη­ς[5] (φ. 142v) ση­μει­ώ­νε­ται ὅ­τι τόν Φε­βρου­ά­ρι­ο τοῦ 1710 ἔ­γι­νε ἡ κα­τα­γρα­φή τῶν ἱ­ε­ρῶν σκευ­ῶν τοῦ μο­να­στη­ρί­ου τῆς Ἁ­γί­ας Μο­νῆς τῶν Με­τε­ώ­ρων. Βρέ­θη­καν λί­γα πρά­γμα­τα καί τά με­τέ­φε­ραν στόν κα­θε­δρι­κό να­ό τῆς πό­λε­ως τῶν Στα­γῶν (ἤ­τοι στήν Πα­να­γί­α) ὑ­πό τόν ὅ­ρο, ὅ­ταν τό μο­να­στή­ρι αὐ­τό ἀ­να­συ­στα­θεῖ, νά ἐ­πι­στρα­φοῦν τά ἀ­ντι­κεί­με­να στήν Ἁ­γί­α Μο­νή, ἡ ὁ­ποί­α καί θά ὀ­φεί­λει νά πλη­ρώ­σει στόν να­ό τῆς Πα­να­γί­ας πέ­ντε γρό­σι­α γι­ά τήν με­τα­φο­ρά τους.

Ὁ ἀρ­χι­μαν­δρί­της Π. Οὐ­σπέν­σκυ[6] μᾶς γνω­στο­ποι­εῖ τά ἀ­κό­λου­θα γι­ά τήν Ἁ­γί­α Μο­νή:

«1. Στόν ἐ­ξω­τε­ρι­κό τοῖ­χο τῆς μο­νῆς, δί­πλα στό κα­θο­λι­κό, στόν ἐ­ξώ­στη ὑ­πῆρ­χε ἐ­πι­γρα­φή πού πλη­ρο­φο­ροῦ­σε ὅ­τι αὐ­τό τό τμῆ­μα τοῦ κτι­ρί­ου εἶ­χε κα­τα­σκευ­α­στεῖ τό 1771 μέ δα­πά­νες τοῦ ἡ­γου­μέ­νου Γα­βρι­ήλ.

2. Στά 1790 δω­ρή­θη­κε στό μο­να­στή­ρι τῆς Ἁ­γί­ας Μο­νῆς, ἀ­πό τόν ἱ­ε­ρέ­α Γα­βρι­ήλ ἀ­πό τά Ἀ­μπε­λά­κι­α, ξύ­λι­νη λει­ψα­νο­θή­κη μέ τε­μά­χι­α τῶν ἱ­ε­ρῶν λει­ψά­νων τοῦ ἁ­γί­ου Μερ­κου­ρί­ου καί τῆς ἁ­γί­ας Μα­κρί­νης.

3. Τό 1792, Αὐ­γού­στου 25, ἡ­μέ­ρα Τε­τάρ­τη ἐ­κοι­μή­θη ὁ πα­πα-Γα­βρι­ήλ Ἁ­γι­α­μο­νί­της, (σύμ­φω­να μέ ση­μεί­ω­ση στόν ὑ­π’ ἀ­ριθ. 251 κώ­δι­κα[7] τῆς βι­βλι­ο­θή­κης τῆς Πε­τρου­πό­λε­ως, προ­ερ­χό­με­νον ἐκ τῆς μο­νῆς Βαρ­λα­άμ).

4. Ἡ ἐ­πι­γρα­φή ἱ­στο­ρή­σε­ως στόν να­ό τοῦ Γε­νε­σί­ου τῆς Θε­ο­τό­κου ἔ­γρα­φε ὅ­τι ὁ να­ός ἱ­στο­ρή­θη­κε μέ δα­πά­νη τοῦ κα­πε­τά­νι­ου Ἀ­θα­να­σί­ου Μαν­δα­λο­πού­λου[8] καί τοῦ ἱ­ε­ρέ­ως Εὐ­θυ­μί­ου Δού­κα ἐ­πί ἐ­πι­σκό­που Στα­γῶν Κυ­πρι­α­νοῦ (;) κα­τά τό ἔ­τος 1821, δι­ά χει­ρός Χρι­στο­δού­λου ἐξ Ἰ­ω­αν­νί­νων.

Στά τέ­λη τοῦ 18ου αἰ­ώ­να ἡ­γού­με­νος στό μο­να­στή­ρι ὑ­πῆρ­ξε ὁ ἱ­ε­ρο­μό­να­χος Γα­βρι­ήλ Ἁ­γι­α­μο­νί­της († 25/8/1792), γνω­στός στα­χω­τής (= βι­βλι­ο­δέ­της) κω­δί­κων. Ὑπῆρξε στα­χω­τής τῶν κω­δί­κων ὑ­π’ ἀ­ριθ.: 113, 147, 218 τῆς μο­νῆς Βαρ­λα­άμ καί τῶν ὑ­π’ ἀ­ριθ.: 83, 84, 89 [μή σω­ζομένου] κω­δί­κων τοῦ Ἁγί­ου Στε­φά­νου.

Ἰ­δι­ό­γρα­φα ση­μει­ώ­μα­τά του σώ­ζο­νται σέ κώ­δι­κες τῆς μο­νῆς Βαρ­λα­άμ ὑ­π’ ἀ­ριθ.: 98, 103, 113, 147, 218.

Στόν κώδ. ὑ­π’ ἀ­ριθ. 113, στό ἐπικεκολλημένο παράφυλλο τῆς πινακίδας, διαβάζουμε: «† Ἔ­δι­σα τὸ πα­ρὸν 1758ῳ (…) εὐ­τε­λὴς Γα­βρι­ὴλ ἱ­ε­ρο­μό­να­χος»[9] (ΟΔ). Στόν κώδ. ὑ­π’ ἀ­ριθ. 218 τῆς μο­νῆς Βαρ­λα­άμ στήν σ. 1, ὑπάρχει ἡ ἐνθύμηση: «Ἡ πα­ροῦ­σα παῤ­ῥη­σί­α ὑ­πάρ­χει τῆς ἱ­ε­ρᾶς καί σε­βα­σμί­ας μο­νῆς τῶν Ἁ­γί­ων Πά­ντων ἐ­πο­νο­μα­ζο­μέ­νης τοῦ Βαρ­λα­άμ καί ἐ­γρά­φη ἐν τῷ Στύ­λῳ αὐ­τῆς ἡ­γου­με­νεύ­ο­ντος τοῦ πα­νο­σι­ω­τά­του κυ­ρί­ου Ἀ­να­το­λί­ου τοῦ ἐκ Τρίκ­κης, καί ἐ­πι­με­λεί­ᾳ Χρι­στο­φό­ρου ἱ­ε­ρο­μο­νά­χου καὶ ἐ­δέ­θη δι­ὰ χει­ρὸς Γα­βρι­ὴλ Ἁ­γι­α­μο­νί­του, ἐν ἔ­τει ͵αψ­πη΄ [=1788] κα­τὰ μῆ­να Μά­ϊ­ον τῇ ιγ΄»[10] (ΟΔ). Στόν κώδ. ὑ­π’ ἀ­ριθ. 153, σ. 132r ἀ­να­γρά­φε­ται τό κω­δι­κο­γρα­φι­κό ση­μεί­ω­μα: «Ἐ­τοῦ­το τὸ βι­βλί­ον εἶ­ναι τοῦ πα­πα-Γα­βρι­ὴλ ἀ­πὸ τὴν Ἁγί­αν Μο­νήν»[11] (OΔ). Στόν κώδ. ὑ­π’ ἀ­ριθ. 283, φ. 44r: «1785· Αὐ­γού­στου 28 Γα­βρι­ὴλ τά­χα ἱ­ε­ρο­μο­νά­χου καὶ θύ­του»[12] (ΟΔ).

Στά 1756 ὁ Γα­βρι­ήλ Ἁ­γι­α­μο­νί­της ἔ­γι­νε σταυ­ρο­φό­ρος μο­να­χός στίς 30 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου στό πα­ρεκ­κλή­σι­ο τῆς μο­νῆς τῶν Τρι­ῶν Ἱ­ε­ραρ­χῶν στό Βαρ­λα­άμ ἀ­πό τόν Γέ­ρο­ντά του Χατ­ζη-Ἀ­γά­πι­ο, ὅ­πως μᾶς πλη­ρο­φο­ρεῖ ἐν­θύ­μη­ση στόν κώδ. ὑ­π’ ἀ­ριθ. 103 μο­νῆς Βαρ­λα­άμ, φ. 2r: «† ἔ­τους 1756, μήν Ἰ­α­νου­ά­ρι­ος 30, ὅ­ταν ἔ­γε­να ἐ­γώ ὁ πα­πα-Γα­βρι­ήλ σταυ­ρο­φό­ρος (μο­να­χός) τήν ἡ­μέ­ρα τῶν ἁ­γί­ων τρι­ῶν ἱ­ε­ραρ­χῶν, ἡ­μέ­ρα Τρί­τη εἰς τό πα­ρεκ­κλή­σι καί ἔ­χω τόν χατ­ζη-Ἀ­γά­πι­ο γέ­ρο­ντα» (OΔ).

Ὁ Γα­βρι­ήλ Ἁ­γι­α­μο­νί­της ἦ­ταν, ἐ­πί­σης, ὀ­λι­γο­γράμ­μα­τος ἀ­ντι­γρα­φέ­ας κω­δί­κων (ὑ­π’ ἀ­ριθ. 283) ἀλ­λά εἶ­χε καί ἁ­πλο­ϊ­κό ποι­η­τι­κό τά­λα­ντο, ὅπως ὁ ἴδιος χαρακτηριστικά σημειώνει : «Ποί­η­μα εἰ­σι ἐ­μοῦ Γα­βρι­ήλ ἀ­γραμ­μά­του καὶ ἀ­να­ξί­ου, καὶ κα­θη­γη­τοῦ τῆς Ἁ­γί­ας Μο­νῆς τοῦ μο­νυ­δρί­ου, ἡ ὁ­ποί­α εὑ­ρί­σκε­ται πλη­σί­ον οὖ­σα τοῦ Βαρ­λα­ά­μου· καὶ κα­τ’ ἔ­μπρο­σθεν τοῦ μο­να­στη­ρί­ου τοῦ Ἁ­γί­ου Νι­κο­λά­ου»[13]  (ΟΔ).

Στά 1786 συ­νέ­θε­σε στι­χούρ­γη­μα ἀ­να­φε­ρό­με­νο στήν ἱ­ε­ρά μο­νή Βαρ­λα­άμ καί σέ ἄλ­λες με­τε­ω­ρί­τι­κες μο­νές, τό ὁποῖο πε­ρι­έ­χε­ται στόν κώδ. ὑ­π’ ἀ­ριθ. 182 τῆς μο­νῆς Βαρ­λα­άμ, στίς σε­λί­δες 169-179. Στό ποί­η­μα προ­τρέ­πει καί γι­ά τήν ἐ­πί­σκε­ψη στό πτω­χό του ἀ­σκη­τή­ρι­ο:

«Ὅ­ταν εἰς τόν Ἅγι­ον Νι­κό­λα­ον φθά­σῃς,

ἀ­πό τήν Ἁ­γί­αν Μο­νήν κο­ντά μέλ­λεις ἀ­πε­ρά­σῃς.

Κά­με καί αὐ­τήν νά τήν ἐ­λε­ή­σῃς,

Πρό­σε­χε κα­λῶς μήν τήν ἀ­πο­σκυ­βα­λί­σῃς·

Αὐ­τό εἶ­ναι τό πτω­χό­τε­ρον ἀ­πό τά μο­να­στή­ρι­α ὅ­λα·

Νά κυ­βερ­νή­σῃς καί αὐ­τό δι­ά τήν ψυ­χήν σου

Καί ἕ­ξεις τόν μι­σθόν εἰς τόν αἰ­ῶ­να»[14].

Ἀ­νά­με­σα στούς χει­ρό­γρα­φους κώ­δι­κες πού φυ­λάσ­σο­νται σή­με­ρα στήν μο­νή Βαρ­λα­άμ ὑ­πάρ­χουν καί κώ­δι­κες προ­ερ­χό­με­νοι ἐκ τῆς Ἁ­γί­ας Μο­νῆς, (ὑ­π’ ἀ­ριθ. 113, 153, 182. Ὁ κώ­δ. ὑ­π’ ἀ­ριθ. 221 (19ου αἰ.) ἀ­πο­τε­λοῦ­σε τήν ‘πρό­θε­ση’ μέ μνη­μο­νεύ­σεις ὀ­νο­μά­των[15] τῆς Ἁ­γί­ας Μο­νῆς. Τά πε­ρισ­σό­τε­ρα φύλ­λα εἶ­ναι ἄ­γρα­φα.

Στά 1809-10 ὁ  Ἄγ­γλος συ­ντα­γμα­τάρ­χης W. M. Leake μᾶς πλη­ρο­φο­ρεῖ ὅ­τι ἡ μο­νή ἦ­ταν κε­νή.[16] Τίς δύ­ο ἑ­πό­με­νες δε­κα­ε­τί­ες τό μο­να­στή­ρι ὑ­πῆρ­ξε κα­τα­φύ­γι­ο πολ­λῶν κα­τοί­κων τῆς πε­ρι­ο­χῆς. Ἔ­τσι ὁ λόρ­δος R. Curzon[17], ὁ ὁ­ποῖ­ος ἐ­πι­σκέ­φθη­κε τήν Θεσ­σα­λί­α στά 1834, μᾶς δί­δει τήν πλη­ρο­φο­ρί­α ὅ­τι τό μο­να­στή­ρι τοῦ Ἁ­γί­ου Νι­κο­λά­ου καί ἡ Ἁ­γί­α Μο­νή εἶ­χαν ἐ­γκα­τα­λει­φθεῖ ἀ­πό τούς μο­να­χούς. Τό­τε βρῆ­καν κα­τα­φύ­γι­ο ἄν­θρω­ποι ἀ­πό τήν πε­ρι­ο­χή ἐξ αἰ­τί­ας τῆς πρό­σφα­της πυρ­κα­ϊ­ᾶς καί λε­η­λα­σί­ας πού εἶ­χε ὑ­πο­στεῖ ἡ Κα­λα­μπά­κα ἀ­πό τούς λη­στές. Ἡ λε­η­λα­σί­α[18] αὐ­τή ἴ­σως νά ἔ­γι­νε ἀ­πό τήν συμ­μο­ρί­α τοῦ λη­στῆ Γι­αν­νού­λα Μά­ντα­λου[19], ἡ ὁ­ποί­α χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε τήν Ἁ­γί­α Μο­νή ὡς κα­τα­φύ­γι­ο. «Πα­ρα­τη­ρώ­ντας –γρά­φει ὁ R. Curzon– ὅ­τι τό χω­ρι­ό Κα­λα­μπά­κα πα­ρου­σί­α­ζε μί­α μο­να­δι­κά μαύ­ρη ἐμ­φά­νι­ση, ρώ­τη­σα τόν λό­γο. Πρό­σφα­τα, εἴ­πα­νε, εἶ­χε κα­εῖ καί λε­η­λα­τη­θεῖ ἀ­πό τούς κλέ­φτες ἤ λη­στές, καί τό ὑ­πό­λοι­πο τῶν κα­τοί­κων εἶ­χε βρεῖ κα­τα­φύ­γι­ο στά δυ­ό μο­να­στή­ρι­α τοῦ Ἁγί­ου Νι­κο­λά­ου καί τῆς Ἁ­γί­ας Μο­νῆς, πού εἶ­χαν ἐ­γκα­τα­λει­φθεῖ ἀ­πό τούς κα­λό­γε­ρους λί­γο και­ρό πρίν»[20].

Ὁ Γάλ­λος ἀρ­χαι­ο­λό­γος Léon Heuzey στά 1858 ἀ­να­φέ­ρει τό μο­νύ­δρι­ο τῆς Ἁ­γί­ας Μο­νῆς με­τα­ξύ ἄλ­λων ὀ­κτώ κα­τοι­κη­μέ­νων με­τε­ω­ρί­τι­κων μο­νῶν (Με­τέ­ω­ρο, Βαρ­λα­άμ, Ἅ­γι­ος Στέ­φα­νος, Ἁ­γί­α Τρι­άς, Ἅγι­ος Νι­κό­λα­ος, Ἁ­γί­α Μο­νή, Ὑ­πα­πα­ντή καί Ρου­σά­νη).[21]

Ὁ Πορ­φύ­ρι­ος Οὐ­σπέν­σκυ, κα­τά τό ἔ­τος 1859, ἀ­να­φέ­ρει ὅ­τι ἡ Ἁ­γί­α Μο­νή εἶ­ναι μι­σο­γκρε­μι­σμέ­νη ἀ­πό με­γά­λο σει­σμό πού συ­νέ­βη τόν Δε­κέμ­βρι­ο τοῦ 1858. Ὁ μο­να­δι­κός μο­να­χός της ἀ­γω­νί­ζε­ται γι­ά τήν ἀ­νοι­κο­δό­μη­σή της φρο­ντί­ζο­ντας ὅ­μως καί γι­ά τήν συ­χνή τέ­λε­ση στό μο­να­στή­ρι τῆς θεί­ας Λει­τουρ­γί­ας, τήν ὁ­ποί­α τε­λοῦ­σε ἱ­ε­ρέ­ας ἀ­πό τό Κα­στρά­κι. Ἐ­πί­σης μᾶς πλη­ρο­φο­ρεῖ[22] ὅ­τι ὁ ἡ­γού­με­νος Γα­βρι­ήλ τῆς Ἁ­γί­ας Μο­νῆς προ­σέ­φε­ρε κά­θε χρό­νο 1000 πι­ά­στρα (50 ρού­βλι­α) γι­ά τήν συ­ντή­ρη­ση γυ­ναι­κεί­ας Σχο­λῆς – Παρ­θε­να­γω­γεί­ου στήν Λά­ρι­σα. Συμ­μο­να­στής του ἐ­πά­νω στόν βρά­χο ἦ­ταν ὁ ἱ­ε­ρο­δι­ά­κο­νος Παρ­θέ­νι­ος. Ἐ­πι­προ­σθέ­τως ἀ­να­φέ­ρει ὅ­τι ὁ πρώ­ην ἡ­γού­με­νος ὀ­νο­μα­ζό­ταν Ἀ­να­τό­λι­ος καί εἶ­χε ζή­σει πά­νω στόν ἐν λό­γῳ βρά­χο 25 χρό­νι­α.

Ὁ ναός τῆς Ἁγίας Μονῆς ἦταν ἀφιερωμένος στό Γενέσιο τῆς Θεοτόκου. Τοῦτο γνωρίζουμε ἀπό «ἁ­πα­ντα­χοῦ­σα»[23], τήν ὁποία ἀ­πέστειλε στίς 11 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου 1866 ὁ ἐ­πί­σκο­πος Στα­γῶν Θε­ό­φι­λος (1854-1869) πρός τούς κλη­ρι­κούς καί πά­ντας τούς Χρι­στι­α­νούς τῆς ἐ­παρ­χί­ας του, γι­ά νά βο­η­θή­σουν τόν ἡ­γού­με­νο Γερ­μα­νό τοῦ ἐν Με­τε­ώ­ροις μο­να­στη­ρί­ου τῆς Ἁ­γί­ας Μο­νῆς «ἐ­π’ ὀ­νό­μα­τι τοῦ Γε­νε­σί­ου τῆς Ὑ­πε­ρα­χρά­ντου Θε­ο­τό­κου καί Ἀ­ει­παρ­θέ­νου Μα­ρί­ας τι­μω­μέ­νου» γι­ά τήν ἀ­να­καί­νι­ση τοῦ ἐν λό­γῳ μο­να­στη­ρί­ου.

Στά τέ­λη τοῦ 19ου αἰ. τό μο­να­στή­ρι ὑ­πάρ­χει ἀ­κό­μη κτι­ρι­α­κά. Ὁ Ν. Γε­ωρ­γι­ά­δης τήν ἀ­να­φέ­ρει με­τα­ξύ τῶν τεσ­σά­ρων μι­κρο­τέ­ρων μο­νῶν τῶν Με­τε­ώ­ρων: Ἁ­γί­ου Νι­κο­λά­ου, Ἁ­γί­ας Μο­νῆς, Ρου­σά­νου καί Ἁ­γί­ας Τρι­ά­δος.[24]

Ὁ προ­η­γού­με­νος τοῦ Με­γά­λου Με­τε­ώ­ρου Πο­λύ­καρ­πος Ραμ­μί­δης μᾶς πλη­ρο­φο­ρεῖ τά ἑ­ξῆς: «Πε­ρι­έ­χει δὲ τὸν να­όν, τέσ­σα­ρα δω­μά­τι­α δι­ὰ τοὺς μο­νά­ζο­ντας καὶ μί­αν δε­ξα­με­νήν· ἡ κλῖ­μαξ αὐ­τοῦ σύ­γκει­ται ἐξ ἑ­βδο­μή­κο­ντα πέ­ντε βα­θμί­δων, καὶ ἔ­χει πα­ντα­χό­θεν-ὕ­ψος δι­α­κο­σί­ων πε­ντή­κο­ντα καὶ ἐ­πέ­κει­να μέ­τρων. Ἡ ἀ­νά­βα­σις αὐ­τοῦ εἶ­ναι δυ­σκο­λω­τά­τη καὶ κιν­δυ­νώ­δης»[25].

Ἡ Marie-Anne Bovet κα­τά τήν ἐ­πί­σκε­ψή της στίς μο­νές τῶν Με­τε­ώ­ρων, τό 1896, τήν ἀ­να­φέ­ρει ἀ­νά­με­σα στίς στε­ρού­με­νες κα­λο­γή­ρων μο­νές: «τά πε­ρισσό­τε­ρα μο­να­στή­ρι­α εἶ­ναι σή­με­ρα ἐ­ρει­πω­μέ­να καί ἀ­κα­τοί­κη­τα, ὅ­πως ἡ Δού­πι­α­νη, ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νη στήν Θε­ο­τό­κο, τῆς Ὑ­πε­ρα­γί­ας (=Ἁ­γί­ας Μο­νῆς), τοῦ Καλ­λι­στρά­του καί τοῦ Πα­ντο­κρά­το­ρος»[26].

Στόν και­ρό τῆς ἰ­τα­λο­γερ­μα­νι­κῆς κα­το­χῆς τό μο­να­στή­ρι ὑ­πέ­στη μεγάλα πλή­γμα­τα. Ὁ βυ­ζα­ντι­νο­λό­γος Ν. Βέ­ης γράφει: «Ἡ Ἁ­γί­α Μο­νή, φαί­νε­ται ὅ­τι ὑ­πέ­στη ζη­μί­ας ἐκ βομ­βαρ­δι­μοῦ, ἀλ­λ’ αὗ­ται δὲν δύ­να­νται ἀ­σφα­λῶς νὰ κα­θο­ρι­σθῶ­σι, δι­ό­τι ἡ μο­νὴ αὕ­τη εἶ­ναι ἄ­βα­τος».[27] Αὐ­τό φαί­νε­ται ἦ­ταν ἡ χα­ρι­στι­κή βο­λή γι­ά τό ἡ­μι­ε­ρει­πω­μέ­νο μο­να­στή­ρι.

Ἀ­πό τό 1995 ἡ Ἁ­γί­α Μο­νή μέ τήν ὑ­π’ ἀ­ριθ. 57/1.2.1995 πρά­ξη τοῦ σε­βα­σμι­ω­τά­του μη­τρο­πο­λί­τη Στα­γῶν καί Με­τε­ώ­ρων κ. Σε­ρα­φείμ εἶ­ναι με­τό­χι τῆς μο­νῆς Βαρ­λα­άμ.

Σή­με­ρα πού τά τε­χνι­κά μέ­σα (σκα­λω­σι­ές ἐκ σι­δή­ρου, γε­ρα­νοί κλπ.) εἶ­ναι ἀ­νε­πτυ­γμέ­να, θά ἦ­ταν εὐ­χῆς ἔρ­γον νά εὑ­ρε­θεῖ ὁ νέ­ος ἀ­να­στη­λω­τής τοῦ Γε­νε­σί­ου τῆς Θε­ο­τό­κου.
[1] Παπασωτηριου, Μετέωρα, σ. 131.
[2] Δη­μο­σί­ευ­ση κει­μέ­νου, βλ. Βέ­η, «Συμ­βο­λή», σ. 326-328, ἀρ. 25.
[3] Βέ­η, «Συμ­βο­λή», σ. 236μστ-236νε, 278, ἀ­ρ. 8.
[4] Βέ­η, «Συμ­βο­λή», σ. 236νε-236νστ, 279-283, ἀρ. 9.
[5] Κα­λου­σι­ου, Κώ­δι­κας Τρίκ­κης, σ. 244-245· τοῦ Ιδιου, «Ἡ ἐ­πι­σκο­πή Στα­γῶν στόν κώ­δι­κα Τρίκ­κης», σ. 141-157.
[6] Ου­σπέν­σκυ, Χρι­στι­α­νι­κή Ἀ­να­το­λή, σ. 445-446. Πρβλ. καί σ. 225-226.
[7] Τά ὀ­κτώ πα­ρά­φυλ­λα (ἀ­πό τά ὁ­ποῖ­α βρῆ­κε τίς ἀ­να­γρα­φό­με­νες ση­μει­ώ­σεις ὁ Πορ­φύ­ρι­ος Οὐ­σπέν­σκυ), μα­ζί μέ ἄλ­λα φύλ­λα χει­ρο­γρά­φων, τά ὁ­ποῖ­α ἔ­λα­βε μα­ζί του ὁ ἐν λό­γῳ Ρῶ­σος ἐ­ρευ­νη­τής ἀ­πό τήν μο­νή Βαρ­λα­άμ, συ­να­πε­τέ­λε­σαν ἕ­να μι­κρό κώ­δι­κα, ὁ ὁ­ποῖ­ος πε­ρι­ῆλ­θε τό 1883 στήν κε­ντρι­κή Βι­βλι­ο­θή­κη Πε­τρου­πό­λε­ως, ὑ­π’ ἀ­ρι­θμόν 251. Ὁ κώ­δι­κας αὐ­τός ἔ­χει τα­χθεῖ στά ἑλ­λη­νι­κά χει­ρό­γρα­φα τῆς Βι­βλι­ο­θή­κης. Τά χρο­νο­γρα­φι­κά αὐ­τά ση­μει­ώ­μα­τα δη­μο­σί­ευ­σε ὁ Ἀ­θα­νά­σι­ος Πα­πα­δό­που­λος Κε­ρα­με­ύς στά «Θεσ­σα­λι­κά ση­μει­ώ­μα­τα», στήν Ἐ­πε­τη­ρί­δα Φι­λο­λο­γι­κοῦ Συλ­λό­γου Παρ­νασ­σός 6 (1902) 140-145. Βλ. καί πρό­σφα­τη ἀ­να­δη­μο­σί­ευ­ση στά Τρι­κα­λι­νά 9 (1989) 101-105.
[8] Ἐν­δε­χο­μέ­νως πρό­κει­ται γι­ά τόν ἀρ­μα­το­λό Ἀ­θα­νά­σι­ο Μά­ντα­λο, ὁ ὁ­ποῖ­ος γεν­νή­θη­κε στήν Ὀ­ξύ­νει­α Κα­λα­μπά­κας τό ἔ­τος 1745 καί πέ­θα­νε στήν Λα­μί­α τό ἔ­τος 1855, σέ ἡ­λι­κί­α 110 ἐ­τῶν. Δι­α­δέ­χτη­κε στό κλε­φταρ­μα­το­λί­κι τῶν Χα­σί­ων τόν Μά­ντα­λο Κρατ­ζο­βί­τη. Πε­ρί τῆς οἰ­κο­γενεί­ας τῶν Μα­ντα­λαί­ων, βλ. Σπα­νου Κ., «Οἱ Χα­σι­ῶ­τες κλε­φταρ­μα­το­λοί Μα­ντα­λαῖ­οι (1700-1855)», σ. 369-397· Νη­μα, Με­τέ­ω­ρα, σ. 109.
[9] Βε­η, Τά χει­ρό­γρα­φα τῆς Μο­νῆς Βαρ­λα­άμ, σ. 119, [κώδ. ὑ­π’ ἀ­ριθ. 113].
[10] Βε­η, Τά χει­ρό­γρα­φα τῆς Μο­νῆς Βαρ­λα­άμ, σ. 345-346, [κώδ. ὑ­π’ ἀ­ριθ. 218, σ. 1].
[11] Βε­η, Τά χει­ρό­γρα­φα τῆς Μο­νῆς Βαρ­λα­άμ, σ. 198, [κώδ. ὑ­π’ ἀ­ριθ. 153, φ. 132r].
[12] Βε­η, Τά χει­ρό­γρα­φα τῆς Μο­νῆς Βαρ­λα­άμ, σ. 385, [κώδ. ὑ­π’ ἀ­ριθ. 283, φ. 44r].
[13] Βε­η, Τά χει­ρό­γρα­φα τῆς Μονῆς Βαρλαάμ, σ. 252, [κώδ. ὑ­π’ ἀ­ριθ. 182, σ. 167-179].
[14] Σο­φι­α­νου, «Ἱ­ε­ρο­μο­νά­χου Γα­βρι­ήλ Ἁ­γι­α­μο­νί­τη», σ. 21.
[15] Ἀ­να­γρα­φές ὀ­νο­μά­των (18ου αι.) γι­ά «σα­ρα­ντά­ρι» ἐκ ῆς Ἁ­γί­ας Μο­νῆς ὑ­πάρ­χουν καί στόν κώδ. ὑ­π’ ἀ­ριθ. 181 τῆς μο­νῆς Βαρ­λα­άμ.
[16] Leakε, «Τα­ξί­δι στή Θεσ­σα­λί­α τοῦ 1809/10», σ. 168.
[17] Curzon, Ἐ­πι­σκέ­ψεις στά μο­να­στή­ρι­α τῆς Ἀ­να­το­λῆς, σ. 95-96.
[18] Νη­μα, Τά Με­τέ­ω­ρα, σ. 109.
[19] Πε­ρί τοῦ Γι­αν­νού­λα Μά­ντα­λου, βλ. Σπα­νου Κ., «Οἱ Χα­σι­ῶ­τες κλε­φταρ­μα­το­λοί Μα­ντα­λαῖ­οι», σ. 389-397.
[20] Curzon, Ἐ­πι­σκέ­ψεις στά Μο­να­στή­ρι­α τῆς Ἀ­να­το­λῆς, σ. 95-96.
[21] Heuzey – Daumet, Mission Archéologique de Macédoine, σ. 440, σημ. 2.
[22] Ου­σπέν­σκυ, Χρι­στι­α­νι­κή  Ἀ­να­το­λή, σ. 289.
[23] Ἀ­ρ. 204. Κα­τα­γρα­φή τοῦ ἔτους 1956.
[24] Γεωρ­γι­ά­δου, Θεσσαλία, σ. 195.
[25] Πολυκαρπου [Ραμ­μί­δη] (ἀρχιμ.), Τὰ Με­τέ­ω­ρα, σ. 32.
[26] Bovet, «Ἐ­πί­σκε­ψη στίς μο­νές τῶν Με­τε­ώ­ρων τό 1896», σ. 198.
[27] Βέ­η, «Τέσσα­ρες ἐκ­θέ­σεις», σ. 31.

monaxoi-anarixisi-2 monaxoi-anarixisi-1

Τα σχόλια είναι κλειστά.

Όλες οι ενότητες

© 2011 - 2017 StagonNews, Developed by NikosPap . Designed by ManosKal .Hosted by Fusioned .