Ομολογία ντοκουμέντο για τα εγκλήματα των Γερμανών στην περιοχή μας την περίοδο της κατοχής – Ο Ευθύμιος Παπαχρήστος θυμάται και διηγείται το ολοκαύτωμα της Μεγάλης Κερασιάς στις 17 Ιουλίου 1944

23 Οκτωβρίου, 2016 12:30 Επιμέλεια: /

pyrpolisi-2

Φθινόπωρο  του 1943 . Η μεγάλη εκκαθαριστική επιχείρηση των Γερμανών στην Πίνδο  με  την κωδική ονομασία  «Πάνθηρας»  , που στόχευε  στην ανάκτηση του ελέγχου  της κεντρικής οδού Τρικάλων-Ιωαννίνων και Άρτας-Ιωαννίνων  που ήλεγχαν οι αντάρτες του ΕΛΑΣ και του ΕΔΕΣ  μετά την ιταλική συνθηκολόγηση του Σεπτεμβρίου, βρίσκεται  σε πλήρη εξέλιξη . Αν και στην Πίνδο  υπήρχε μεγάλος όγκος δυνάμεων του ΕΛΑΣ, κυρίως της 1ης Μεραρχίας που ήταν η πλέον αξιόμαχη καθώς είχε ενισχυθεί με το πολεμικό υλικό της ιταλικής Μεραρχίας Πινερόλο , το στρατηγείο του ΕΛΑΣ στην Καστανιά και η έδρα του Κοινού Γενικού Στρατηγείου των Ανταρτών στο Περτούλι , δεν προβλήθηκε ουσιαστική αντίσταση και οι Γερμανοί πέτυχαν σχετικά εύκολα τους αντικειμενικούς τους σκοπούς . Στην διάρκεια της επιχείρησης  Πυρπόλησαν  την Καλαμπάκα και  έκαψαν πολλά  χωριά της Πίνδου και της ευρύτερης περιοχής , σκορπώντας τον όλεθρο  και  τον θάνατο με ειδεχθή εγκλήματα κατά αθώων ψυχών (ομαδικές και μεμονωμένες εκτελέσεις )  .

Το μίσος των Γερμανών καταγράφεται έντονο και οι πράξεις τους αποτέλεσαν  ότι ποιο ακραίο έγκλημα πολέμου  μπορεί να φανταστεί ανθρώπινος νους  . Στο  πλαίσιο αυτό  έγιναν οι εκτελέσεις των 25 αμάχων  Βασιλικιωτών στην θέση προφήτης Ηλίας Καλαμπάκας (24/09/1944) , των 7 Καστρακινών στον κοινοτικό νερόμυλο (22/09/1944) και των συνολικά 36 Καστρακινών την περίοδο 1941 – 1944  , των 121 Ασπροποταμιτών , το κάψιμο 1624 σπιτιών και 780 βοηθητικών χώρων  , η πυρπόληση  13 εκκλησιών και μοναστηριών στην περιοχή Ασπροποτάμου(20 – 26/10/1943) , και πολλά άλλα εγκλήματα που  δυστυχώς δεν  έχουν  ακόμα καταγραφεί .

 

Το ολοκαύτωμα της Μεγάλης Κερασιάς

Σήμερα η έρευνα για την τραγική εκείνη περίοδο της χώρας φέρνει στο φως και αποκαλύπτει ακόμα ένα έγκλημα των Γερμανών  . Αφηγητής μας  ο 86 χρόνος σήμερα  Ευθύμιος Παπαχρήστος  , νεαρός τότε , ο οποίος  περιγράφοντας  ως αυτόπτης μάρτυς τα τραγικά γεγονότα στο χωριό του , αποκαλύπτει το άγνωστο ολοκαύτωμα της Μεγάλης Κερασιάς αλλά και  την αποφυγή , την τελευταία στιγμή , ενός ειδεχθούς εγκλήματος που θα συντελούνταν  σε βάρος των γυναικόπαιδων  και αποδίδεται σε θαύμα της Παναγίας : «… Την 17η Ιουλίου ημέρα της Αγίας Μαρίνας του 1944 , χρονιά που θα εγκατέλειπαν για πάντα την Ελλάδα οι Γερμανοί  την Ελλάδα , είχαν βάλει στόχο να κάψουν το χωριό μας .

Κατά τις απογευματινές ώρες από το βόρια πλευρά του χωριού μπαίνει  Γερμανικός στρατός και χωρίζεται σε δύο ομάδες . Η μια ομάδα ανέλαβε την πυρπόληση του χωριού και η άλλη το κάψιμο των γυναικόπαιδων που συγκέντρωσαν στην παλιά Εκκλησία της Παναγιάς ,  που βρίσκεται στην άκρη του χωριού όπου και τα νεκροταφείο . Εκείνες τις μέρες στο χωριό  μας βρίσκονταν και  κάτοικοι του Ορθοβουνίου  , οι οποίοι είχαν εγκαταλείψει το χωριό τους διότι ο δημόσιος δρόμος  τότε περνούσε μέσα απ΄ το χωριό και από φόβο  ήρθαν στην Μεγάλη Κερασιά  . Οι υπόλοιποι κάτοικοι είχαν περάσει απέναντι από το ποτάμι , προς το μέρος της Καστανιάς . Την εποχή εκείνη ήταν ο καιρός του αλωνίσματος και πολλοί άντρες βρίσκονταν στα αλώνια ,  έτσι οι Γερμανοί  συνέλαβαν  πολλούς και τους μοίρασαν στα κέντρα συγκέντρωσης στην  Καλαμπάκα , στην  Λάρισα , στη Θεσσαλονίκη  , ακόμα και στα στρατόπεδα συγκέντρωσης  στην Γερμανία .

Μπαίνοντας  στο χωριό οι Γερμανοί μάζεψαν τα γυναικόπαιδα στην Εκκλησία , μικρά παιδιά στις αγκαλιές των μανάδων που έσκουζαν και έκλαιγαν , με  σκοπό να τους κάψουν ζωντανούς . Πολλές γυναίκες βλέποντας  τις άγριες  διαθέσεις των Γερμανών σκορπίστηκαν δεξιά και αριστερά στις ρεματιές για να σωθούν .  Μια ομάδα ,  καταλαβαίνοντας  τί τις περίμενε ,  πήδησαν  από το ιερό της Εκκλησίας στο απότομο χάος , περί τα πενήντα μέτρα,  που υπάρχει και σήμερα , σαν άλλες Σουλιώτισσες για  να γλιτώσουν . Υπάρχουν εν ζωή μερικές από εκείνες  τις γυναίκες , γριές σήμερα  , που θυμούνται και μπορούν να βεβαιώσουν τα γεγονότα .

Εγώ βρισκόμουν περί τα 150 μέτρα  μακριά από την Εκκλησία με μερικά ζωντανά ,  ακούγοντας φωνές και κλάματα και  βλέποντας τα σπίτια να καίγονται από άκρη σε άκρη του χωριού  , εγκαταλείπω τα ζωντανά και πήρα το δρόμο προς τις ρεματιές  για να σωθώ . Εκεί βρήκα τον συγχωριανό μου  Β. Ζήση , μεγαλύτερό μου , που ακούγοντας τις φωνές μου λέει : «πάμε να παραδοθούμε»  μπας και σωθούν οι γυναίκες και τα παιδιά . Μόλις βγήκαμε στο ξέφωτο άρχισαν να μας βάλουν με τα πολυβόλα  δυστυχώς για τους γερμανούς και ευτυχώς για μας δεν μας πείρε καμία σφαίρα και  ριχτήκαμε πάλι στην ρεματιά . Κατόπιν οι Γερμανοί ξεκίνησαν  το εγκληματικό τους έργο προσπαθώντας να  βάλουν  φωτιά στην Εκκλησία με τα γυναικόπαιδα ζωντανά . Μερικές μάνες πάνω στην απελπισία τους  άφησαν τα μικρά από την αγκαλιά και δραπέτευσαν  για να γλιτώσουν πιστεύοντας ότι δε θα πειράξουν τα μικρά παιδιά . Οι Γερμανοί μάζεψαν  τα βιβλία της εκκλησίας  για να  βάλουν φωτιά αλλά δεν έπαιρναν λόγω του πάχους . Αυτά τα μισοκαμένα βιβλία  για πολλά χρόνια αργότερα  βρίσκονταν  σε μια άκρη της εκκλησίας . Ο ιερέας του χωριού  Δημήτριος Ανδρεόπουλος  , από τα χωριά των Ιωαννίνων , διορισμένος στο  Ορθοβούνι , παντρεμένος στην Καλομοίρα  , με μια κόρη παντρεμένη στο χωριό μας , βρίσκονταν την εποχή εκείνη  στο χωριό .

Εδώ βρίσκονταν  και  την ημέρα εκείνη , στην Εκκλησία,  με έναν συγχωριανό του ονόματι Καραδήμα , Στέργιο , αν θυμάμαι  καλά και βλέποντας  τί θα γίνονταν  γονάτισε στα πόδια του Γερμανού αξιωματικού παρακαλώντας  τον να μην κάψουν τα γυναικόπαιδα . Ο Καραδήμας είχε λάβει μέρος στους Βαλκανικούς πολέμους επί σειρά ετών και είχε μάθει λίγα γερμανικά  και τα παρακάλια του Παππά προς τον Γερμανό Αξιωματικό  τα μετέφραζε . Και εδώ είναι το μεγάλο ερώτημα  : Τα παρακάλια του ιερέα , τα βιβλία που ήταν χοντρά και δεν έπαιρναν φωτιά ή η Παναγιά έκανε το θαύμα και απετράπη το έγκλημα ;

Τελικά τα γυναικόπαιδα δεν κάηκαν και είτε με τον έναν τρόπο είτε από θαύμα της Παναγιάς ,  σώθηκαν . Μετά το κάψιμο του χωριού, κι αφού όλα είχαν γίνει στάχτη, οι κάτοικοι το εγκατέλειψαν και πήγαν σε μια δασώδη περιοχή , στη θέση «Βουτάδες» , σε πρόχειρα υπόστεγα και πέρασαν εκεί μέχρι τον Οκτώβριο που έφυγαν για πάντα οι Γερμανοί . Θυμάμαι βλέπαμε τις φάλαγγες που έφευγαν προς Γρεβενά αλλά εμείς δεν ξέραμε ότι φεύγανε  για πάντα . Τότε ένας  απ΄ το Ορθοβούνι  , απ΄το ύψωμα «Νεραϊδα» , φώναξε  στα βλάχικα:  «ελάτε απάνω  έφυγαν οι Γερμανοί απ΄ τον Πρόδρομο  ( εκεί είχαν φυλάκιο  μόνιμο  οι Γερμανοί ) και εγώ τα μετέφραζα γιατί ήξερα βλάχικα . Αυτός  ο άνθρωπος λέγονταν Γεώργιος  Σταύρος ( ένας γιός του ζει , λέγεται Σταυράκης) .  Την  ώρα που φεύγαν οι Γερμανικές φάλαγγες για τελευταία φορά , μεταξύ Τρυγόνας και Ορθοβουνίου  τους έβαλαν με τα πολυβόλα οι αντάρτες από το ύψωμα «Βίγλα»  και τότε οι γερμανοί ανέπτυξαν μεγάλη ταχύτητα και ένας Γερμανός δεν πρόλαβε να μπει στο αυτοκίνητο και έμεινε . Καταλαβαίνοντας  τι τον περιμένει  πήγε δίπλα σ’  ένα ρεματάκι , έβαλε το όπλο κάτω από το σαγόνι και αυτοκτόνησε όπως βεβαιώνουν αυτόπτες μάρτυρες .  Βρέθηκε αργότερα .  Σε όλα αυτά τα χρόνια της σκλαβιάς από το χωριό μου είχαμε  τρία θύματα : Σωτήριος  Δ. Ζήσης , Περιστέρα Τσέα ( την εκτέλεσαν  και την πέταξαν μέσα στη φωτιά που είχαν βάλει στο σπίτι της) , Ευαγγελία  Παπαχρήστου (γιαγιά μου ) που σκοτώθηκε από βομβαρδισμό  Γερμανικού αεροσκάφους «στούκας»  κι εγώ γλίτωσα με ελαφρά τραύματα στα πόδια .

Υπάρχουν και πολλά άλλα περιστατικά όπως όταν γυρίζαμε τα μεσάνυχτα στο χωριό για να πάρουμε τρόφιμα ένας γέρος από το Ορθοβούνι ( Κ.Κ) φώναζε από το κοινοτικό γραφείο «Χωριανοί ελάτε πάνω  έφυγαν οι Γερμανοί αλλά μερικοί που είχαν λάβει μέρος στον Αλβανικό μέτωπο υποψιάζονταν ότι τον βάζανε οι Γερμανοί να φωνάζει για να πάμε και να μας πιάσουν  …» .

 

Αρχή Σελίδας

© 2011 - 2015 StagonNews

Powered by NikosPap. Hosted by Fusioned.