Κάθε Χρόνο τέτοιον Καιρό

admin
admin
11 Σεπτεμβρίου 2019, 12:39

Κάθε χρόνο τέτοιον καιρό ξαναγίνομαι παιδί. Γυρίζω τον χρόνο πίσω και βρίσκομαι στο πατρικό μου δίπατο πλίθινο σπίτι, με την εξωτερική σκάλα από μωσαϊκό, που κατέληγε σε μια αυλή κοινή για πέντε οικογένειες.

Η σκάλα του σπιτιού κατέβαινε σε έναν χώρο με μια γέρικη χοντρή μουριά που δίπλα της  έστεκε μια  ξύλινη παραγκούλα- φτιαγμένη απ’ τον πατέρα μου-  ανοιχτή μπροστά, με δυο αργαλειούς μέσα.

Ο ένας ήταν της γιαγιάς μου και ο άλλος της μάνας μου. Δίπλα από τούς αργαλειούς, έξω από την παραγκούλα και κάτω από την μουριά, ένα τσικρίκι που έφτιαχναν τα μασούρια.

Ώρες ατέλειωτες, η μάνα μου και η γιαγιά μου υφαίνανστους αργαλειούς τα υφαντά-φλοκάτες, στείρες και πατάκια- που βγάζαμε για πούλημα στην ετήσιαεμποροπανήγυρη-Τρικαλινό παζάρι- πουεξακολουθεί να γίνετε μέχρι και σήμερα.

Πόσες ώρες δεν πέρασα και εγώ καθισμένος στον αργαλειό δίπλα στη μάνα μου, περνώντας φλόκους για να την βοηθήσω!

Η μάνα μου από τ’αριστερά προς τα δεξιάκι εγώ από τα δεξιά προς τ’ αριστερά περνούσαμε φλόκους στο στημόνι-δύο έπαιρνες κι ένα άφηνες- ώσπου να συναντηθούν τα χέρια μας και πάλι από την αρχή για να γίνει το φύλλο της φλοκάτης. Μικρός ήμουν, αλλά τα κατάφερνα.

Οι φλοκάτες υφαινόντουσαν σε φύλλα που ράβονταν μεταξύ τους και γινόντουσαν δίφυλλες, τρίφυλλες και οι μεγαλύτερες τετράφυλλες.

Μόνο στο τσικρίκι δεν τα κατάφερνα γιατί ήθελε τέχνη. Θέλει τέχνη να μεταμορφώσεις το μαλλί με το αδράχτι σε νήμα.

Αυτή τη δουλειά και όχι μόνο,έκαναν καθημερινά στο σπίτιη μάνα μου και η γιαγιά όλο τον χρόνο, για να είναι έτοιμοτο εμπόρευμά μας τον Σεπτέμβρη. Τα μάλλιναήταν η ασχολία μας και τα βγάζαμε για πούλημα στο παζάρι.

Στο παζάρι που αρχινούσε κάθε χρόνο στις δέκα τέσσερις τουΣεπτέμβρη!

Μέρες πρινο Δήμος κατασκεύαζε τις παράγκες και τις δυο τελευταίες γινόταν η δημοπρασία τους. Πρώτα η δημοπρασία των χώρων για τα παιχνίδια και τα θεάματα και ύστερα οι παράγκες για τους εμπόρους.

Παλάντζα, ανέμη, αλογάκια κι ο Γύρος του Θανάτου, όλα έτοιμα στην ώρα τους και το καθένα στο χώρο του.

Κι από την πρώτη μέρα στο παζάρι ο κόσμος ατελείωτος.

Κίνηση από το πρωί, αυξανόμενηόσο πέρναγαν οι ώρεςκαι να γίνετε το βράδυ το αδιαχώρητο.

Μεγάφωνα με διαφορετικές μουσικές, φωνές που διαλαλούσαν εμπορεύματα,όλαανάκατα με την τσίκνα και τούς καπνούς από τα λουκάνικα και τα σουβλάκια που ψηνόντουσαν έκαναν το παζάρι φανταστικό.

Υπήρχε τόσος κόσμος, που οι μανάδες κρατούσαν σφιχτά τα χεράκια των παιδιών τους μην τουςξεφύγουν και χαθούν στον συνωστισμό.

Στον γύρω του θανάτου, ηεπίδειξη σε κυλιόμενες μπάρες, με την απαραίτητη παρουσία της κοπέλας με το φιδίσιο κορμί και το ελαστικό μαύρο ολόσωμο,καλούσαν τούς θεατές να δούνε την ατραξιόν.

Και μέσα, όταν άρχιζε το νούμερο, ο δαιμονισμένος θόρυβος που έβγαινεαπό τις μοτοσικλέτες που περιστρέφονταν στο ξύλινο βαρέλι,σου ανέβαζε την αδρεναλίνη στο ζενίθ.

Δίπλα η παράγκα του μάγου, με το ασώματο κεφάλι προκαλούσεδέος γιατί αυτό που έβλεπες ήταν ένα παιδικό κεφάλι με μακιγιαρισμένο πρόσωπο- ωχρό και με σπυριά θυμάμαι- πάνω σ’ ένα βάζο λουλουδιών λες και του έλειπε παντελώς το σώμα.

Αυτό και η γοητεία της μαγείας, σου εξάπτανε την φαντασία και σε παρότρυναν να μπεις στην παράγκα να δεις και την παράσταση.

Δεν έλειπαν και οι κρίκοι με έπαθλο ποτά, και η σκοποβολή με έπαθλο κουτιά με λουκούμια.

Παρά δίπλα το μαλλί της γριάς.

Η αδυναμία μου!!

Αχ!!! σού έσπαζε τη μύτη η μυρωδιά της καμένης ζάχαρης που τυλίγονταν σαν πουπουλένιο ροζ μαλλί στο καλαμάκι.Πόσα κι αν έχω φάει! Το μάζευα από το καλαμάκι στην χούφτα, κάνοντας μικρές ροζ ζαχαρένιες μπαλίτσες που αφήναν λειώνοντας τη γλύκα τους στο στόμα.

Το χαρτζιλίκι -μου έδινε μισθό συμβολικά η γιαγιά – στο μαλλί της γριάς το έτρωγα κι ότι περίσσευε, αν περίσσευε στην σκοποβολή και τους κρίκους.

Την τιμητική του είχε και ο χαλβάς.

Οσαπουνέ με μπόλικο αμύγδαλο, ο επονομαζόμενος καιΦαρσαλινός.

Φτιάχνονταν σε καζάνια πίσω από τις παράγκες και ρευστός ζεστός όπως ήταν, χύνονταν σε μεγάλα στρόγγυλα ταψιά για τον πάγκο.

Σε ξεκούφαινε ο θόρυβος από το μαχαίρι που χτυπούσε η πωλήτρια στο ταψί, έχοντας ένα κομμάτι καρφωμένο παροτρύνοντάς σε να δοκιμάσεις.

Το παζάρι τότε δεν είχε μόνο ψυχαγωγικό χαρακτήρα. Αποτελούσε το γεγονός της χρονιάς.

Γιατί εκεί γινόταν οι αγορές των αγαθών για τις ανάγκες των ανθρώπων, αγοραπωλησίες ζώων και εφοδίων για τους κτηνοτρόφους κυρίως κάπες, ντορβάδες, βελέντζες,ο οικιακός εξοπλισμός, ο ρουχισμός, η προίκα για τις ανύπαντρες και ότι άλλο.

Ι.Χ δεν υπήρχαν κι αν υπήρχαν ήταν μετρημένα στα δάχτυλα και η επικοινωνίαγίνονταν με κάρα, ζώα και οι μετακινήσεις μόνο για σοβαρούς λόγους.

Και ένας σοβαρός λόγος ήταν και το παζάρι. Ήταν θεσμός και γι’ αυτό μάζευε τόσο κόσμο! Ήτανε τρέλα το παζάρι τότε και καμία σχέση με το σήμερα.

Γιαόλα τα παραπάνω, γίνομαι και θα γίνομαι κάθε χρόνο παιδί.

Γιατί έτσι ξαναζώ έστω και με τη φαντασία μου, το πανηγύρι του τότε!!!

Γιώργος Νταβάρας 

Κτηνίατρος 

Όλες οι ενότητες

© 2011 - 2017 StagonNews, Developed by NikosPap . Designed by ManosKal .Hosted by Fusioned .