Επικήδειος λόγος Πρωτοσυγκέλου και Ηγουμένου Ιεράς Μονής Μεταμορφώσεως Μεγάλου Μετεώρου π. Νύφων , για τον Μακαριστό Μητροπολίτη Σταγών και Μετεώρων Σεραφείμ

21 Μαρτίου, 2017 17:48 Επιμέλεια: /

megalo meteoro metamorfosi 2010 5_DCE

Μα­κα­ρι­ώ­τα­τε,

Σε­βα­σμί­α τῶν Ἱ­ε­ραρ­χῶν χο­ρεί­α,

Σε­βα­στοί μου Πα­τέ­ρες καί σε­βα­στές Γε­ρόν­τισ­σες καί Ἀ­δελ­φές,

Ἐν­τι­μό­τα­τοι Ἄρ­χον­τες τοῦ τό­που μας, ἀ­γα­πη­τοί μου Ἀ­δελ­φοί,

Σή­με­ρα ἡ πό­λις τῶν Στα­γῶν, ἡ Μο­να­στι­κή Κοι­νό­τη­τα τῶν Ἁ­γί­ων Με­τε­ώ­ρων καί ὁ­λό­κλη­ρη ἡ Ἐ­παρ­χί­α Κα­λαμ­πά­κας πεν­θο­φο­ρεῖ. Μέ­σα στήν εὐ­λο­γη­μέ­νη πε­ρί­ο­δο τῆς Με­γά­λης Τεσ­σα­ρα­κο­στῆς εὐ­δό­κη­σε ὁ Θε­ός νά κα­λέ­ση κον­τά Του τόν σε­πτό Ποι­με­νάρ­χη μας κυ­ρό Σε­ρα­φείμ. Καί τόν κα­λεῖ τίς ἡ­μέ­ρες πού ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μας προ­βάλ­λει γιά προ­σκύ­νη­ση τόν Τί­μιο Σταυ­ρό, δι­ό­τι καί ἡ ζω­ή του ὅ­λη ἦ­ταν ἕ­νας σταυ­ρός. Σταυ­ρός δι­α­κο­νί­ας, σταυ­ρός προ­σφο­ρᾶς καί σταυ­ρός δο­κι­μα­σι­ῶν.

Ὁ ἀ­οί­δι­μος Ποι­με­νάρ­χης μας εὐ­τύ­χη­σε νά γεν­νη­θῆ ἀ­πό κα­λούς καί εὐ­λα­βεῖς γο­νεῖς, πού τόν ἀ­νέ­θρε­ψαν «ἐν παι­δεί­ᾳ καὶ νου­θε­σί­ᾳ Κυ­ρί­ου». Γα­λου­χή­θη­κε ἀ­πό μι­κρό παι­δί στά νά­μα­τα τῆς Ἑλ­λη­νορ­θο­δό­ξου Πα­ρα­δό­σε­ώς μας καί ἔ­δω­σε ὅ­λη τήν νε­α­νι­κή του ὁρ­μή στόν κα­λόν ἀ­γῶ­να τῆς ἐν Χρι­στῷ τε­λει­ώ­σε­ως. Ἀ­νή­κει στή γε­νιά πού ἔ­ζη­σε τό δρά­μα τῆς γερ­μα­νι­κῆς κα­το­χῆς στήν Πα­τρί­δα μας, τήν πεῖ­να, τήν ἔν­δεια, τούς κα­θη­με­ρι­νούς φό­βους καί κιν­δύ­νους. Μέ δι­ά­πυ­ρο τόν ἱ­ε­ρα­πο­στο­λι­κό ζῆ­λο, ἀ­να­δεί­χθη­κε σέ φλο­γε­ρό ἐρ­γά­τη τοῦ θεί­ου λό­γου ἀ­πό τά φοι­τη­τι­κά του ἀ­κό­μη χρό­νια. Ἡ εἴ­σο­δός του στίς τά­ξεις τοῦ ἱ­ε­ροῦ Κλή­ρου τόν ἐ­πι­φορ­τί­ζει μέ με­γα­λύ­τε­ρες εὐ­θύ­νες καί πολ­λα­πλα­σιά­ζει τούς κό­πους του στό γε­ώρ­γιο τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας.

Τό ἔ­τος 1970 ἐ­κλέ­γε­ται, θεί­ᾳ ψή­φῳ, Μη­τρο­πο­λί­της Τρίκ­κης καί Στα­γῶν. Τό ἔρ­γο του στή Μη­τρό­πο­λη αὐ­τή με­γά­λο καί πο­λύ­πλευ­ρο, οἱ δέ προ­ο­πτι­κές ἄ­ρι­στες, δε­δο­μέ­νου καί τοῦ νε­α­ροῦ τῆς ἡ­λι­κί­ας του. Ὅ­μως, με­τά ἀ­πό τε­τρα­ε­τῆ ποι­μαν­το­ρί­α, τό 1974, μιά ἄ­δι­κη κα­τά πάν­τα ἀ­πό­φα­ση τόν κη­ρύσ­σει ἔκ­πτω­το τοῦ μη­τρο­πο­λι­τι­κοῦ θρό­νου τῶν Τρι­κά­λων. Ἀρ­χί­ζει τώ­ρα ἡ μαρ­τυ­ρι­κή του πο­ρεί­α, πού θά δι­αρ­κέ­ση δέ­κα ἑ­πτά ὁ­λό­κλη­ρα χρό­νια. Ση­κώ­νει τό σταυ­ρό τῆς ἐ­ξο­ρί­ας του ἀ­γόγ­γυ­στα, μέ σι­ω­πή, ἐγ­καρ­τέ­ρη­ση, ἰ­ώ­βεια ὑ­πο­μο­νή καί δο­ξο­λο­γί­α τοῦ Θε­οῦ. Ἀλ­λά καί ἡ δι­ά­θε­ση τῆς προ­σφο­ρᾶς στήν Ἐκ­κλη­σί­α τοῦ Χρι­στοῦ δέν μει­ώ­θη­κε μέ­σα στήν κά­μι­νο τῆς δο­κι­μα­σί­ας του. Ἀ­ξι­ο­ποί­η­σε ἱ­ε­ρα­πο­στο­λι­κά ὅ­λο τό μα­κρό δι­ά­στη­μα τοῦ πα­ραγ­κω­νι­σμοῦ του, γρά­φον­τας ἑ­κα­τον­τά­δες ἐ­πι­στο­λές, νου­θε­τών­τας καί κα­θο­δη­γών­τας ὅ­σους προ­σέ­τρε­χαν κον­τά του. Λει­τουρ­γοῦ­σε ὡς ἁ­πλός πα­πᾶς στήν Ἱ­ε­ρά Μο­νή Ἁ­γί­ων Ἀ­ναρ­γύ­ρων Ἑρ­μι­ό­νης καί ὄ­χι μό­νο, ἐμ­πνέ­ον­τας τούς πι­στούς μέ τήν γα­λή­νη του και τόν πνευ­μα­τι­κό του λό­γο.

Κι ὅ­ταν ὁ Κύ­ριος εὐ­δό­κη­σε νά ἀρ­θῆ ὁ πει­ρα­σμός, κλή­θη­κε νά δι­α­κο­νή­ση καί πά­λι ὡς Μη­τρο­πο­λί­της τήν Ἐκ­κλη­σί­α, στήν προ­σω­πο­πα­γῆ, κατ᾿ ἀρ­χήν, Μη­τρό­πο­λη Στα­γῶν καί Με­τε­ώ­ρων. Ἀ­πο­δέ­χθη­κε τήν λύ­ση πού δό­θη­κε στό ἐκ­κλη­σι­α­στι­κό ζή­τη­μα τα­πει­νά, χω­ρίς ἐν­στά­σεις καί δι­εκ­δι­κή­σεις, μέ ὑ­πα­κο­ή στήν ἀ­πό­φα­ση τῆς Ἱ­ε­ραρ­χί­ας.

Ἡ το­πο­θέ­τη­σή του στήν Μη­τρό­πο­λη Στα­γῶν καί Με­τε­ώ­ρων ἄ­νοι­ξε μιά νέ­α σε­λί­δα στήν πο­ρεί­α τῆς ζω­ῆς καί τῆς δι­α­κο­νί­ας του, συγ­χρό­νως δέ καί στά πράγ­μα­τα τῆς Ἐ­παρ­χί­ας τῆς Κα­λαμ­πά­κας. Μέ τήν ἄ­ο­κνη δρα­στη­ρι­ό­τη­τά του, τήν πεῖ­ρα, τόν ἐν­θου­σια­σμό, τό ζῆ­λο, τή σύ­νε­ση, τή σο­φί­α, τό νη­φά­λιο πνεῦ­μα του καί πρό πάν­των τήν ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κή ἀ­φο­σί­ω­σή του στό Χρι­στό καί στήν ἱ­ε­ρή ἀ­πο­στο­λή του, ἐ­πι­δί­δε­ται δυ­να­μι­κά στήν ὀρ­γά­νω­ση τῆς Μη­τρο­πό­λε­ως.

Πρώ­τι­στη μέ­ρι­μνά του ἡ ἐ­πι­λο­γή ἀ­ξί­ων καί ἱ­κα­νῶν Κλη­ρι­κῶν. Μέ κρι­τή­ρια πνευ­μα­τι­κά, προ­σο­χή καί φό­βο Θε­οῦ, χω­ρίς προ­χει­ρό­τη­τα ἤ βι­α­σύ­νη, χει­ρο­τό­νη­σε δε­κά­δες Ἱ­ε­ρεῖς κα­τά τά ἔ­τη τῆς ποι­μαν­το­ρί­ας του. Ἡ ἔμ­πνευ­σή του νά ἀ­να­θέ­ση στήν Μο­νή Βαρ­λα­άμ, μέ τήν ὁ­λό­θυ­μη συ­ναί­νε­ση τῆς Ἀ­δελ­φό­τη­τός της, τήν φι­λο­ξε­νί­α τῶν νε­ο­χει­ρο­το­νου­μέ­νων γιά ἕ­να χρο­νι­κό δι­ά­στη­μα ἦ­ταν νεύ­ση θε­ϊ­κή. Ἡ πα­ρα­μο­νή τῶν Ἱ­ε­ρέ­ων στό μο­να­στη­ρια­κό πε­ρι­βάλ­λον, μέ πε­ρι­συλ­λο­γή, προ­σευ­χή καί πρα­κτι­κή ἐκ­παί­δευ­ση στήν λει­τουρ­γι­κή τά­ξη τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας ἀ­πο­δεί­χθη­κε ἡ κα­λύ­τε­ρη προ­ε­τοι­μα­σί­α τους. Στά­θη­κε σάν ἀ­λη­θι­νός πα­τέ­ρας δί­πλα στούς Κλη­ρι­κούς του, κα­θο­δη­γών­τας, ἐν­θαρ­ρύ­νον­τας καί ἐ­νι­σχύ­ον­τάς τους μέ κά­θε τρό­πο. Μέ προ­σω­πι­κή ἐ­πι­κοι­νω­νί­α, μέ τα­κτι­κές ἱ­ε­ρα­τι­κές συ­νά­ξεις καί ἔ­κτα­κτες εὐ­και­ρί­ες, μέ προ­σκυ­νη­μα­τι­κές ἐκ­δρο­μές καί ἄλ­λες κα­τάλ­λη­λες πρω­το­βου­λί­ες φρόν­τι­ζε νά ἀ­να­ζω­πυ­ρώ­νη τόν ζῆ­λο τους, νά κα­ταρ­τί­ζη, νά ἐμ­πνέ­η.

Ἕ­να το­μέ­α ἰ­δι­αί­τε­ρο τῆς ποι­μαν­τι­κῆς του δι­α­κο­νί­ας ἀ­παρ­τί­ζει ἡ Μο­να­στι­κή Πο­λι­τεί­α τῶν Ἁ­γί­ων Με­τε­ώ­ρων καί τά ὑ­πό­λοι­πα Μο­να­στή­ρια τῆς πε­ρι­ο­χῆς. Μέ σε­βα­σμό στόν θε­σμό τοῦ Μο­να­χι­σμοῦ, ἀ­γά­πη πολ­λή καί ἐ­κτί­μη­ση πρός τούς Μο­να­χούς καί τίς Μο­να­χές τῆς Μη­τρο­πο­λι­τι­κῆς του πε­ρι­φε­ρεί­ας, τή­ρη­σε μιά λε­πτή καί δι­α­κρι­τι­κή στά­ση ἀ­πέ­ναν­τί τους, καλ­λι­ερ­γών­τας συγ­χρό­νως καί σχέ­σεις ἐγ­καρ­δι­ό­τη­τος, ἁ­πλό­τη­τος καί ἀ­γα­στῆς συ­νερ­γα­σί­ας. Μέ ἄ­γρυ­πνο ἐν­δι­α­φέ­ρον καί στορ­γή με­ρι­μνοῦ­σε πρω­τί­στως γιά τήν πνευ­μα­τι­κή προ­κο­πή τῶν Ἀ­δελ­φο­τή­των, ἐ­ξα­σφα­λί­ζον­τας τίς προ­ϋ­πο­θέ­σεις τῆς ἀ­πρό­σκο­πτης λα­τρευ­τι­κῆς ζω­ῆς. Μέ τήν εὐ­λο­γί­α καί τήν πα­τρι­κή του στή­ρι­ξη πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε ἕ­να θαυ­μα­στό ἀ­να­στη­λω­τι­κό ἔρ­γο σέ ὅ­λα τά Μο­να­στή­ρια μας, ἀλ­λά καί ἀρ­κε­τά ἐγ­κα­τα­λε­λειμ­μέ­να ἐ­παν­δρώ­θη­καν. Ἡ Μο­νή δέ τῶν Ἁ­γί­ων Θε­ο­δώ­ρων, ὅ­που καί θά ἀ­να­παυ­θῆ τό σκή­νω­μά του, ὀ­φεί­λει στόν μα­κα­ρι­στό Ποι­με­νάρ­χη μας τήν ἀ­να­βί­ω­σή της. Δέν θά ἦ­ταν ὑ­περ­βο­λή ἄν τόν χα­ρα­κτη­ρί­ζα­με ὡς νε­ώ­τε­ρο κτί­το­ρά της, ἀ­φοῦ τήν ἀ­να­καί­νι­σε σχε­δόν ἐκ βά­θρων, συμ­βάλ­λον­τας καί μέ προ­σω­πι­κές του δα­πά­νες στό ἔρ­γο, καί ἐγ­κα­τέ­στη­σε τήν ση­με­ρι­νή εὐ­λο­γη­μέ­νη συ­νο­δί­α. Τό φι­λο­μό­να­χο πνεῦ­μα του μαρ­τυ­ρεῖ καί ὁ σύν­δε­σμός του μέ πολ­λά Μο­να­στή­ρια τῆς Πα­τρί­δος μας, κα­θώς καί ἡ ἰ­δι­αί­τε­ρη εὐ­λά­βειά του πρός τούς Ὁ­σί­ους Με­τε­ω­ρί­τες Πα­τέ­ρες. Κα­τό­πιν ἀ­πο­φά­σε­ώς του, κα­θι­ε­ρώ­θη­κε ὁ ἐ­πί­ση­μος ἑ­ορ­τα­σμός τους τήν Κυ­ρια­κή τοῦ Πα­ρα­λύ­του μέ κοι­νή πα­νη­γυ­ρι­κή Ἀ­κο­λου­θί­α.

Ἀ­γά­πη­σε τό ποί­μνιό του. Ἔ­χον­τας βα­θειά συ­ναί­σθη­ση τῆς πνευ­μα­τι­κῆς του εὐ­θύ­νης, προ­ση­νής τόν χα­ρα­κτῆ­ρα, ἄ­με­σος καί ἁ­πλός στήν ἐ­πι­κοι­νω­νί­α, εὐ­αί­σθη­τος στά προ­βλή­μα­τα τῶν ἀν­θρώ­πων, κα­τέ­βα­λε κά­θε δυ­να­τή προ­σπά­θεια νά κα­τη­χή­ση τό λα­ό στίς ἀ­λή­θει­ες τῆς Πί­στε­ώς μας καί στήν κα­τά Θε­όν ζω­ή, νά τόν στη­ρί­ξη καί βο­η­θή­ση ποι­κι­λο­τρό­πως. Ἐ­λε­ή­μων ὁ ἴ­διος καί φι­λεύ­σπλαγ­χνος, ὀρ­γά­νω­σε ἄ­ρι­στα καί τό φι­λαν­θρω­πι­κό καί κοι­νω­νι­κό ἔρ­γο τῆς Μη­τρο­πό­λε­ως. Ἡ λει­τουρ­γί­α κα­τα­σκη­νώ­σε­ων γιά τούς μα­θη­τές τῆς πε­ρι­ο­χῆς, ἡ ἵ­δρυ­ση παι­δι­κοῦ σταθ­μοῦ καί Γη­ρο­κο­μεί­ου καί πολ­λές ἄλ­λες πρω­το­βου­λί­ες, εἶ­ναι καρ­ποί τῆς ἀ­νύ­στα­κτης φρον­τί­δας του γιά τά λο­γι­κά πρό­βα­τα πού τοῦ ἐμ­πι­στεύ­θη­κε ὁ Θε­ός.

Ἡ ἀ­νοι­κο­δό­μη­ση νέ­ων Να­ῶν, πα­ράλ­λη­λα πρός τήν μέ­ρι­μνά του γιά τήν συν­τή­ρη­ση καί τόν εὐ­τρε­πι­σμό τῶν ὑ­παρ­χόν­των, κα­θώς καί ἡ σύ­στα­ση νέ­ων ἐ­νο­ρι­ῶν στήν πό­λη τῆς Κα­λαμ­πά­κας ἀ­πο­τε­λεῖ ἕ­να ἀ­κό­μη σπου­δαῖ­ο κε­φά­λαι­ο στή βί­βλο τῶν πε­πραγ­μέ­νων του. Τήν προ­τε­ραι­ό­τη­τα, βέ­βαι­α, στίς ἔμ­πο­νες μέ­ρι­μνές του, κα­τεῖ­χε εὐ­λό­γως ὁ ἱ­στο­ρι­κός Να­ός τῆς Κοι­μή­σε­ως τῆς Θε­ο­τό­κου, τόν ὁ­ποῖ­ο ἀ­μέ­σως με­τά τήν ἀ­νά­λη­ψη τῶν ἀρ­χι­ε­ρα­τι­κῶν του κα­θη­κόν­των, ἀ­να­στή­λω­σε καί ἀ­νέ­δει­ξε σέ Ἐ­νο­ρί­α.

Τό καρ­πο­φό­ρο ἔρ­γο του, κα­τά τά εἴ­κο­σι ἕ­ξι ἔ­τη τῆς δι­α­ποι­μάν­σε­ως τῆς προ­σω­πο­πα­γοῦς, ἀρ­χι­κά, Μη­τρο­πό­λε­ως Στα­γῶν καί Με­τε­ώ­ρων, στό ὁ­ποῖ­ο πο­λύ συ­νο­πτι­κά ἀ­να­φερ­θή­κα­με, ἐ­πι­σφρά­γι­σε ἀ­ξί­ως καί δι­καί­ως ἡ πραγ­μά­τω­ση ἑ­νός δι­α­κα­οῦς πό­θου του, τῆς μο­νι­μο­ποι­ή­σε­ως, δη­λα­δή, προ­σφά­τως τῆς Μη­τρο­πό­λε­ως. Τό γε­γο­νός αὐ­τό, πού δέ­νει τό νῆ­μα τῆς ἱ­στο­ρί­ας της μέ τό πα­ρελ­θόν, ἀ­φοῦ ἐ­πί αἰ­ῶ­νες δι­έ­λαμ­πε ἡ πε­ρί­πυ­στη Ἐ­πι­σκο­πή Στα­γῶν, ἦλ­θε ὡς εὐ­λο­γί­α τοῦ Θε­οῦ καί ἀ­νέ­παυ­σε βα­θειά τήν ψυ­χή του. Ὡς «θυ­σί­α εὐ­ά­ρε­στη» δέ­χθη­κε ὁ Κύ­ριος τοῦ Ἀμ­πε­λῶ­νος τούς πο­λυ­χρό­νιους μό­χθους πού κα­τέ­βα­λε πρός δό­ξαν Του καί πρός οἰ­κο­δο­μήν τοῦ λα­οῦ Του.

Ἡ πλέ­ον ὅ­μως «εὐ­πρόσ­δε­κτη» προ­σφο­ρά καί ἡ πιό πει­στι­κή δι­δα­σκα­λί­α τοῦ κα­λοῦ ποι­μέ­να μας ὑ­πῆρ­ξε τό ἀ­κέ­ραι­ο ἦ­θος καί ἡ ἄ­μεμ­πτη πο­λι­τεί­α του. «Ζῶ­σα πα­ραί­νε­σις» ἦ­ταν γιά ὅ­λους μας ἡ πα­ρου­σί­α του, Κλη­ρι­κούς, Μο­να­χούς καί λα­ϊ­κούς. Στό τί­μιο πρό­σω­πό του ὁ λό­γος τοῦ Ἀ­πο­στό­λου Παύ­λου «δεῖ τὸν ἐ­πί­σκο­πον ἀ­νε­πί­λη­πτον εἶ­ναι, νη­φά­λιον, σώ­φρο­να, κό­σμιον, φι­λό­ξε­νον, δι­δα­κτι­κόν» βρῆ­κε τήν ἀ­κρι­βῆ ἐ­φαρ­μο­γή του. Ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νος ὁ­λό­ψυ­χα στόν Χρι­στό, ἀ­κτή­μων, ἀ­σκη­τι­κός, φι­λό­πο­νος, σε­μνός, λι­τός, ὀ­λι­γαρ­κής, κα­θό­λου δέν ἀ­φί­στα­το ἀ­πό τόν μο­να­χι­κό τρό­πο ζω­ῆς. Τε­λεί­ως ἀ­φι­λάρ­γυ­ρος καί παι­δι­ό­θεν εὐ­σπλαγ­χνι­κός, καλ­λι­έρ­γη­σε ἐ­πι­με­λῶς τήν μέ­γι­στη ἀ­ρε­τή τῆς «ἐν κρυ­πτῷ» ἐ­λε­η­μο­σύ­νης, πε­ρι­ο­ρί­ζον­τας στό ἐ­λά­χι­στο τά προ­σω­πι­κά του ἔ­ξο­δα, γιά νά ἐ­παρ­κέ­ση στίς ἀ­νάγ­κες τῶν ἄλ­λων. Ἐμ­φα­νές χά­ρι­σμά του, με­τα­ξύ τῶν ἄλ­λων, ἡ εὐ­θύ­τη­τα τοῦ χα­ρα­κτή­ρα, καθώς καί ἡ ἀ­τα­λάν­τευ­τη πί­στη καί ἡ φι­λο­πα­τρί­α του.

Πο­λυ­σέ­βα­στε καί ἀ­γα­πη­τέ πνευ­μα­τι­κέ μας πα­τέ­ρα, ἀ­οί­δι­με Μη­τρο­πο­λῖ­τα Στα­γῶν καί Με­τε­ώ­ρων κυ­ρέ Σε­ρα­μείμ.

Τά τέ­κνα σου, Ἱ­ε­ρεῖς, Μο­να­χοί καί Μο­να­χές καί ὅ­λο τό πλή­ρω­μα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας τῶν Στα­γῶν, μέ ψυ­χές συν­τε­τριμ­μέ­νες καί δά­κρυ­α σέ προ­πέμ­που­με τήν ὥ­ρα αὐ­τή, ἐ­νῶ ἡ ἐν οὐ­ρα­νοῖς «Ἐκ­κλη­σί­α τῶν Πρω­το­τό­κων» σέ ὑ­πο­δέ­χε­ται πα­νη­γυ­ρι­κά «ἐν χα­ρᾷ καὶ ἀ­γαλ­λιά­σει».

Ἀ­πο­στε­ρεῖ ἡ ἐκ­δη­μί­α σου τό σῶ­μα τῆς σε­πτῆς Ἱ­ε­ραρ­χί­ας τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας τῆς Ἑλ­λά­δος ἑ­νός τι­μί­ου καί σο­φοῦ Ἱ­ε­ράρ­χου, με­γα­λύ­νει, ὅ­μως, ἀ­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο ἡ εἴ­σο­δός σου στήν Ἄ­νω Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ τήν τρι­σμα­κά­ρια χο­ρεί­α τῶν ἀπ᾿ αἰ­ῶ­νος Ἁ­γί­ων Ἀρ­χι­ε­ρέ­ων.

Πρίν κλεί­ση τό στά­διο τῆς Ἁ­γί­ας καί Με­γά­λης Τεσ­σα­ρα­κο­στῆς, «ἐ­πλή­ρω­σες» ψυ­χω­φε­λῶς καί θε­α­ρέ­στως τήν «Τεσ­σα­ρα­κο­στή» τοῦ ἐ­πι­κή­ρου βί­ου σου καί «ἔ­δρα­μες ἀ­γαλ­λο­μέ­νῳ πο­δί» νά συ­ναν­τη­θῆς μέ τόν Ἀ­να­στάν­τα Κύ­ριο στόν κῆ­πο τῆς Ἐ­δέμ.

«Ἡρ­πά­γης» ἀ­πό τό ἐ­πί­γει­ο Θυ­σι­α­στή­ριο, γιά νά προ­σφέ­ρης τήν ἀ­έ­να­η λα­τρεί­α σου στόν Μέ­γα Ἀρ­χι­ε­ρέ­α Χρι­στό, ἐν μέ­σῳ τῶν πυ­ρί­νων Λει­τουρ­γῶν Του.

Ἐ­κεῖ, στό πα­νευ­φρό­συ­νο πα­νη­γύ­ρι τῆς οὐ­ρά­νιας Θεί­ας Λει­τουρ­γί­ας, μή λη­σμο­νή­σης κι ἐ­μᾶς τούς «πε­ρι­λει­πο­μέ­νους».

Ἀ­να­χω­ρών­τας ἀ­πό τόν πα­ρόν­τα κό­σμο, Σε­πτέ Ποι­με­νάρ­χα μας, μᾶς ἄ­φη­σες ἕ­να πνευ­μα­τι­κό θη­σαυ­ρό, μιά πο­λύ­τι­μη πα­ρα­κα­τα­θή­κη. Κι αὐ­τή ἡ πα­ρα­κα­τα­θή­κη δέν εἶ­ναι τί­πο­τα ἄλ­λο ἀ­πό τήν ἴ­δια τή ζω­ή σου. Ὅ­λη σου ἡ βι­ο­τή θά ἀ­πο­τε­λῆ γιά μᾶς πη­γή ἔμ­πνευ­σης καί πα­ρά­δειγ­μα εὐ­αγ­γε­λι­κῆς ἀ­να­στρο­φῆς.

Αἰ­ω­νί­α σου ἡ μνή­μη, Σε­πτέ μας Ποι­με­νάρ­χα.

ΔΕΝ ΥΙΟΘΕΤΟYΜΕ ΤΙΣ ΑΠΟΨΕΙΣ ΤΩΝ ΣΧΟΛIΩΝ ΚΑΘΩΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΙΣΤΟΛΟΓIΩΝ ΠΟΥ ΠΡΟEΡΧΟΝΤΑΙ ΟΙ ΑΝΑΡΤHΣΕΙΣ. ΑΥΤO ΤΟ ΑΦHΝΟΥΜΕ ΣΤΗΝ ΚΡIΣΗ ΤΩΝ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ. ΕΛΕYΘΕΡΑ ΜΠΟΡΕIΤΕ ΝΑ ΣΤΕIΛΕΤΕ ΠΡΟΣ ΑΝAΡΤΗΣΗ ΚΑΙ ΤΗ ΔΙΚH ΣΑΣ AΠΟΨΗ.ΣΕ ΠΕΡIΠΤΩΣΗ ΠΟΥ ΥΠAΡΞΕΙ ΑΝAΡΤΗΣΗ, ΤΗΣ ΟΠΟIΑΣ ΕIΣΤΕ ΚAΤΟΧΟΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜAΤΩΝ, H ΠΟΥ ΘIΓΕΣΤΕ ΑΠO ΑΥΤH, ΕΠΙΚΟΙΝΩΝHΣΤΕ AΜΕΣΑ ΜΑΖI ΜΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΑΡΑIΤΗΤΗ ΔΙOΡΘΩΣΗ. ΕAΝ EΧΕΙ ΣΥΜΒΕI ΚAΤΙ ΑΠO ΤΑ ΠΑΡΑΠAΝΩ ΔΕΝ ΘΑ EΧΕΙ ΓIΝΕΙ ΕΣΚΕΜΜEΝΑ. ΟΙ ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ ΠΟΥ ΔΗΜΟΣΙΕYΟΥΝ ΣΧOΛΙΑ, ΠΑΡΑΚΑΛΟYΝΤΑΙ OΠΩΣ ΕIΝΑΙ ΕΥΠΡΕΠΕIΣ ΣΤΟΥΣ ΣΧΟΛΙΑΣΜΟYΣ ΤΟΥΣ ΑΠΟΦΕYΓΟΝΤΑΣ YΒΡΕΙΣ.
Αρχή Σελίδας

© 2011 - 2015 StagonNews

Powered by NikosPap. Hosted by Fusioned.