Το ευθυμογράφημα της εβδομάδος – Σάββατο 16 Μαρτίου 2019 Καθημερινές ιστορίες για γέλια και για κλάματα

Γρηγόρης Γ. Καλύβας
Γρηγόρης Γ. Καλύβας
16 Μαρτίου 2019, 08:15

Φίλτατοί μου αναγνώστες χρόνια πολλά και καλή σαρακοστή να έχουμε . Καλή δύναμη ουσιαστικά σε όσους καταφέρουν να περάσουν τις σαράντα μέρες που κρατά η σαρακοστή εν στερήσει και πνευματικής προσπάθειας .

Λοιπόν , αγαπητοί μου , πάει και η αποκριά , πέρασε . Τσικνίσαμε , χορέψαμε , είπαμε και τί δεν είπαμε από χαζομάρες … Τώρα τα κεφάλια μέσα εν νηστεία και προσευχή !!

Από την άλλη έχουμε και τις εκλογές . Τις δημοτικές και ευρωεκλογές για !! Αλλά εμάς οι δημοτικές μας ενδιαφέρουν εδώ που τα λέμε . Γιατί είναι άλλο να εκλέγεις τον Δήμαρχο και τους δημοτικούς συμβούλους και άλλο να εκλέγεις Ευρωβουλευτές που είναι ζήτημα αν τους ξαναδείς κατά την διάρκεια της θητείας τους . Ενώ τον Δήμαρχο θα τον βλέπεις σχεδόν κάθε μέρα . Γι΄ αυτό δικαίως το ενδιαφέρον επικεντρώνεται στις δημοτικές εκλογές .

Κατά τ΄ άλλα παρά τα τσαλιμάκια του καιρού οδεύουμε ολοταχώς και με μαθηματική ακρίβεια στην Άνοιξη…ηηη !!! Έ , και των ελλήνων οι παρέες γράφουν ιστορία . Ιδού μια παρέα σε κοντινό με την Καλαμπάκα χωριό .

Ήταν απόγιομα της Κυριακής της Τυρινής  . Σε λίγο ο παππάς θα χτυπούσε την καμπάνα για τον εσπερινό της συγχωρήσεως . Οι χωριανοί είχαν απλωθεί στα τρία καφενεία του μεσοχωρίου απολαμβάνοντας το απογευματινό καφεδάκι . Βοηθούντως και του καλού καιρού τα τραπεζάκια είχαν απλωθεί στους εξώστες των καφενείων και μερικά στην πλατεία .

Σε μια απ΄ αυτές  ο Μήτσος Τσιόγκας  , ένας ογδοντούκης  και βάλε , είχε το γενικό πρόσταγμα  καθώς διηγούνταν ιστορίες με δράκους από το επάγγελμα του γυρολόγου  που άσκησε  για χρόνια  στην ευρύτερη περιοχή . Ως συνήθως όταν ο Μήτσος ξεκινούσε να μολογάει τα ανομολόγητα , γύρω του μαζεύονταν κόσμος . Συνήθως μικρότεροί του που άκουγαν μετά προσοχής τις διηγήσεις του καθώς είχε έναν ιδιαίτερο τρόπο να διηγείται .

_Που λέτε αγαπητοί μου,  μια φορά πήγα σ’ ένα χωριό ν’ αγοράσω κότες. Αν θυμάμαι καλά , βλέπετε  πέρασαν κι χρόνια  τώρα και του μυαλό του θκώμ δε…εεε  δλέβι κι΄ απ΄ τσ΄ καλές , ήταν Αλωνάρης.  Μπήκα σ’ ένα σπίτι , δίπατο πέτρινο,  θυμάμαι . Τ΄αφεντικό ήταν κάτω στ΄ αλώνια . Ήταν όμως η αφεντικίνα μια αγαθή γναίκα ,αγράμματη κι απονήρευτη.

– Δεν μου λες, κυράμ’ έχεις κότες για πούλημα;

– Έχου , πως δεν έχου! Θέλτς πουλλές ; Μ΄ απάντησε .

–Βρε άσε πόσες θέλω εγώ . Ιγώ θέλου , αλλά φέρε όσες έχς . Αλλά μαζί με τον κόκορα.

_Ούι γεμ . Κι οι θκέσμ  οι κότις τί θα κάνουν χουρίς κόκουρα; Όχι τουν κόκουρα δεν τουν δίνου. Ξέρς τί κόκουρς είνι αυτός ;

_Τί κόκουρας είνι αυτός ; Όλα τα κουκόρια , όσου κι να μην είνι , ίδια είνι . Άλλους έχει του λειρί μιγαλύτερου , άλλους όρθιου , άλλους πλάϊα ….

_Ά….ααα , κάντζ λάθους . Ου θκώσμ είνι νταμαρλίτκους . Καλτσάτους που λεν . Είδις πουλλούς κόκουρι καλτσάτοι ισί ;

_Μα κυράμ τί καλτσάτους κι πράσιν΄άλουγα μη λες . Ιγώ τουν θέλου ότι κι΄ αν είνι , τσ΄είπα.  Η γναίκα δεν επέμινι . Πήγε στο κουτέτσι πίσω απ΄του σπίτι και μ΄ έφιρι καμιά δεκαριά κότις κι έναν τρανό κόκορα ίσια μη πέντι κιλά . Πήρα τις κότες και τις έδεσα πόδι με πόδι αφήνοντας  τον κόκορα μαναχότ.

– Ξέρς , μαζίμ  λιφτά δεν έχου. Σ’ αφήνω όμους τον κόκορα αμανάτι, παίρνω τσ΄ κότις κι αύριου-μεθαύριου σι φέρνου τα λιφτά.

Συμφώνησε η αγαθή κι απονήρευτη αγρότισσα κι εδώ παν οι άλλοι ιγώ .

_Βρε αθεόφοβε , γέλασες την γναίκα ;

_Έ, την γέλασα , τί να έκανα , για τα πιδιάμ .

_Α…ααα , για τα πιδιάς ;

_Ναι , για τα πιδιάμ Έ, όταν το βράδυ γύρισε ου άντρατς , έγινι ικίνου που δεν ξανάγινι. Γέλασε όλου του χουριό μαζί μ’ όλους κι ου κόκουρας…!  Που λέτι , άλλη μια βουλά θυμάμι  κρατούσα στα χέριαμ  δυό καλάθια γιομάτα ψιλικά. Μπήκα στην αυλή ενός σπιτιού, ανέβηκα μια ψηλή σκάλα κι χτύπσα την πόρτα . Έ , βγήκι μια γριά . Κι τί μη λέει , στου Θιό σας ;

_Τί σου λέει ;

– Βρε, χριστιανέμ , δεν έχς ένα γάιδαρο να μην φορτώνισι έτσι;

_Κι τί τσ΄ απάντησα λέτι ;

_Τί ;

– Τσ΄ λέου : Δε μη λες μπάμπου , μπουρεί το τιτράποδου ν’ ανεβί τη σκάλα; Το δίποδο όμους ανεβαίνει.

_Κι ένα ακόμα πιδιά κι σκόλασι η αναμιτάδουσι . Κάποτε πήγα σ’ ένα σπίτι ν’ αγοράσου αυγά. Η νοικοκυρά είδε το μολυβάκι να κρέμιτι από τη μικρή τσέπη του σακακιού και νόμισε πως θα πέσι, ενώ τ΄ ούχα δεμένο.

– ‘Ε, μπάρμπα, θα σι πέσει του μολύβι, μη λέι η αγαθή νοικοκυρά.

–Έτσι είσι σκέφτουμι; Τώρα θα σι δείξου ιγώ λέου απου μέσαμ .  Όσα, κυρά μ, κρέμονται όλα δεν πέφτουν.

Φυσικό είναι ένας τέτοιος χορατατζής να αγαπάει το κρασί και τα συνεπούμενα, δηλαδή το χορό και το τραγούδι. Όπου αρραβώνας και γάμος εκεί και ο Μητσάρας , όπου γλέντι, πανηγύρι πρώτος , και πρώτος στο χορό με το ποτήρι κατάγιομο κρασί πάνω στο κεφάλι.

Μια φορά, πήγε στο σπίτι του γιατρού. Η μάνα του γιατρού, τον έβαλε στη γωνιά και κάθισε σ’ ένα σκαμνί. Ξέχασε, όμως, να του προσφέρει τσίπουρο. Περίμενε ο Μητσάρας , μπα, τίποτε I Πως να το πει! Εκεί κοντά καθότανε ένας καλοθρεμμένος γάτος στα δυό πισινά του πόδια κι όλο ροχάλιζε. Τότε άρχισε να φωνάζει μεγαλόφωνα:– Τσιτ, βρε, έρμε, μου φαίνεσαι σα παγούρι γιομάτο τσίπουρο! Η γριά, έξυπνη όπως ήταν, τον πήρε είδηση.

– Μίτσιου συγχωράμε! Ξέχασα, η έρμη, να σου φέρω το παγούρι.

– Δεν πειράζι, απάντησε ο Μητσάρας , ο γάτος νάνι καλά που μου του θύμσι.

Μια φορά κάποιος  συγχωριανός του πάντρευε το παιδί του και  ξέχασε να προσκαλέσει  τον Μητσάρα . Δεν χάνει κι αυτός καιρό, μια και δυό, τραβάει ακάλεστος στο γάμο. Μπαίνει στο σπίτι και φωνάζει: – ‘Ε νοικοκυραίι, που έχετι θέσεις για τσ’  ακάλιστι;  Ο νοικοκύρης ντροπιασμένος  ζήτησε συγγνώμη και τον έβαλε στην καλύτερη θέση, μα δεν κάθισε, μπήκε πρώτος στο χορό κι άρχισε να τραγουδάει το παρακάτω τραγούδι :

Ου Γιώργης  κάνει τη χαρά

χαρά του ανεψιού του

και κάλεσε όλη την κλεφτουριά

τα δώδεκα πρωτόκια

Το Λάππα δεν εκάλεσε,

τον πρώτο ψυχογιό του.

Όλοι φέρνουν κάλεσμα

κριάρια σουβλισμένα.

Κι ο Λάππας φέρν’ ένα λάφι ζωντανό,

ντυμένο στο χρυσάφι.

Γιώργουμ’ πού κάθονται οι ακάλεστοι,

και που οι καλεσμένοι.

Πάνω κάθοντ’ οι ακάλεστοι

και κάτω οι καλεσμένοι.

Από τότε δεν τολμούσε πια κανένας να μη καλέσει το Μητσάρα  σε γάμο κι αρραβώνα.

Λίγες μέρες μετά το θάνατο της γυναίκας του, στο χωριό γινότανε γάμος. Τι να κάνει ο Μητσάρας ; Νά πάει στο γάμο! Θα τον κατηγορούσαν οι χωριανοί, θα τον περιγελούσαν οι γυναίκες. «Κοίτα τον, θάλεγαν, ο αναθεματισμένος δεν πρόκανε να κλείσει  τα μάτια η γυναίκα του κι αυτός στο γάμο πρώτος και καλύτερος. Θα μας κάψει ο Θεός!» Να μην πάει! Μπα, δεν άντεχε. Λείπει ο Μάρτης απ΄ τη σαρακοστή για να λείψει κι ο Μητσάρας απ΄το γάμο ;  Το απόγιομα , ανήμερα του γάμου, κατέβηκε στο μεσοχώρι κι άρχισε να προετοιμάζει την παρουσία του στο γάμο.

– Ξέρετε χωριανοί, τώρα δα, πήγα στον τάφο της Χρύσως, της άναψα το καντήλι και τη ρώτσα: «Χρύσω να πάνου αύριου στου γάμου;» Κι κείνι δεν μ΄είπι να μην πάνου. Όλοι έσκασαν στα γέλια. Την άλλη μέρα πρώτος και καλύτερος στο γάμο ο Μητσάρας . Κι όταν αργότερα τον πείραζαν για την άπρεπη πράξη του, έλεγε: – Ακούστι δώ! Οι ζουντανοί μη τσ΄  ζωντανούς κι οι πιθαμέν’ με τσ΄πιθαμένους.

Που λέτε οι γριές δεν του συγχωρούσαν την πράξη του αυτή και κάθε τόσο τού ‘λεγαν:_Μ’ αυτό πού κάνες τρισκατάρατι, όταν κατέβς στουν κάτου κόσμου, θα πας στην κόλαση, μέσα στο κατράνι». Κι ου Μητσάρας  μ’ ένα χαμόγελο κοροϊδευτικό απαντούσε: – Μόλις θα καταλάβου πως είμι για τουν κάτ κόσμου, θα τρέξου να ξιμουλουγιθού , του τα  μουλουγάου όλα κι σκόλασα . Ου Θιός, μεγαλόψυχους όπως είνι, μη σχουράει κι έτσι παένου  σούμπιτος στουν παράδεισου κι καθαρός στη Χρύσου.

Όλοι που τον άκουγαν γελούσαν και έλεγαν: _«ο δαίμονας όλα τάχι συνταιριασμένα!».

 

 

Όλες οι ενότητες

© 2011 - 2017 StagonNews, Developed by NikosPap . Designed by ManosKal .Hosted by Fusioned .